ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Ο θεός ακούει όλων τις προσευχές αλλά εμείς πολλές φορές δεν γνωρίζουμε τι ζητάμε,με αποτέλεσμα να μην παίρνουμε κυριολεκτικά αυτό που θέλουμε..Ας λέμε στο τέλος να δώσει όπως ο θεός θέλει και όχι όπως εμείς..Και ο ίδιος ο Χριστός στην προσευχή στο όρος των ελαιών το ίδιο είπε..αφήστε που πολλές φορές ο θεός αυτό που ζητάμε μας το δίνει με διαφορετικό τρόπο και μεις δε το βλέπουμε,,Κι όμως αυτό είναι το πιο συμφέρον για μας..

 Ζήτησα απο το Θεό να μου δώσει δύναμη, κι Αυτός που έδωσε δυσκολίες για να τις ξεπεράσω. Του ζήτησα σοφία, κι Αυτός μου έδωσε προβλήματα να μάθω να λύνω. Του ζήτησα οικονομική άνεση, κι Αυτός μου έδωσε νου και ικανότητα να δουλεύω Του ζήτησα θάρρος, κι Αυτός μου έδωσε κινδύνους να ξεπερνώ. Του ζήτησα αγάπη, κι Αυτός μου έδωσε προβλημτατικά άτομα να βοηθώ. Του ζήτησα χάρες κι Αυτός μου έδωσε ευκαιρίες να εκμεταλλευτώ. Απ'οτι ζήτησα δεν πήρα τίποτα - τίποτα από αυτά που ήθελα Πήρα όμως τα πάντα - αυτά που πραγματικά χρειαζόμουνα.

Θεοτόκε Παρθένε, ευλογημένη Μαρία κεχαριτωμένη,Δέσποινα του ουρανού και της γης, ευλο­γημένος ο καρπός της κοιλίας σου, ότι σωτήρα έτεκες, τον μονογενήν Υιον του Θεού και Σωτήρα των ψυχών ημών. Των Αποστόλων, λαμπρότης, των προφητών σύναξις, των μαρτύρων εκκλησία, των χριστιανών το καταφύγιον, σκέπασόν με, Παρθένε Μαρία, υπό την προστασίαν των Αγγέλων και υπό την σκέπην των πτερύγων σου, και βοήθησόν με τον δούλον σου από πάντα πειρασμόν, οπού μέλλει να μου έλθη και μη με απορρίψης, ω Παρθένε Μαρία, βοήθησόν με, Κυρία του Κόσμου, την ημέραν της κρίσεως, όπως έλθη η ταπεινή μου ψυχή μέσα εις τον Παράδεισον έμπροσθεν εις τον αδέκαστον θρόνον του Υιού σου, όταν έλθη να κρίνη τον κόσμον εν τη δευτέρα ημέρα της φρικτής Αυτού Παρουσίας και να ακούσω το «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου κληρονομήσατε την ητοιμασμένην μου βασιλείαν».
Ναί, Δέσποινα του Κόσμου, δώρησόν μοι τω ταπεινώ δούλω σου το ζητούμενον, ίνα ευχαρίστως δοξάζω το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων

Τα θαύματα του αγίου τελειωμό για τους πιστεύοντες δεν έχουν..έχουν γραφεί τόμοι και θα συνεχίζονται να γράφονται όσο υπάρχει ζωή και βάσανα αρρώστιες και προβλήματα..Αναφέρουμε σήμερα στην αναρτησή μας πιο κάτω μια επώνυμη μαρτυρία βρισκοντάς την στο διαδικτυο..από μας δεν είναι διασταυρωμένη αλλα ποιος ο λόγος από την άλλη πλευρά να είναι ψέμα..υπάρχουν αναφορές σε άλλα πολλά γεγονότα για ψεύδη αλλά ποιος ο λόγος για έναν άγιο..

 Hταν Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2006 ξημερώματα Δευτέρας, όταν εγώ και η Δέσποινα ολοκληρώναμε τις τελευταίες εργασίες για την ανακαίνηση του σπιτιού μου. Τότε ξαφνικά σ΄ όλο το σπίτι υπήρξε έντονα η μυρωδιά από λιβάνι... και αναρωτηθήκαμε ποιος θα μπορούσε να λιβανίζει τέτοια ώρα;!Τί κι αν βγήκαμε στο μπαλκόνι, τι κι αν έίχε περάσει μια ώρα, η μυρωδιά δυνάμωνε.
Έντονο μύρο είχε κατακλείσει όλο το σπίτι! Κοιταχτήκαμε στα μάτια και φύγαμε γρήγορα-γρήγορα φοβισμένοι μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει. Όταν σταματήσαμε τις εργασίες και φύγαμε από το σπίτι η έντονη μυρωδιά σταμάτησε. Μετά από τρεις μέρες ένοιωθα απίστευτη εξάντληση και αδιαθεσία. Για πρώτη μου φορά επισκέφθηκα νοσοκομείο. Hταν 22 Νοεμβρίου 2006.Η πρώτη επίσημη διάγνωση των γιατρών ήταν οτι το συκώτι μου είχε σχεδόν καταστραφεί και μόνο από θαύμα θα μπορούσα να ζήσω. Τότε αποκρίθηκα στη Δέσποινα και της είπα: ΅θέλω να με πας κάπου να προσευχηθώ... υπάρχει κάποιο κοντινό μοναστήρι εδώ στην Αθήνα;¨ κι εκείνη μου απάντησε γνωρίζω για το 
μοναστήρι του Αγίου Κυπριανού στη Φυλή, για κάποιο άλλο μοναστήρι στην Πεντέλη και για τον Άγιο Εφραίμ στη Νέα Μάκρη. Αμέσως της απάντησα θέλω να με πάρεις απο δω και να με πας κατευθείαν εκει, στον Άγιο Εφραίμ! Φύγαμε λαθραία από το νοσοκομείο με την πεταλούδα των ορών στα χέρια μη γνωρίζοντας που ακριβώς πηγαίναμε. 
Σταματήσαμε στη Λεωρόρο Μαραθώνος σ' ένα βενζινάδικο να ρωτήσουμε μια κύρια που βρίσκεται το μοναστήρι. Εκείνη όμως αντι να μας οδηγήσει σε αυτό, άρχισε να μας λέει πόσο θαυματουργός είναι ο Άγιος Εφραίμ, πόσο γοργουπήκοος ΑΓΙΟΣ ΕΙΝΑΙ και ότι εμφανίζεται με το μύρο του. Τότε κατάλαβα πως δε χρειαζόταν να μου πει που πρέπει να πάω, αλλά ν΄ ακολουθήσω απλά το κάλεσμά του.Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα έξω από τη Μονή. Η Δέσποινα με ρώτησε... ήξερες πού ήταν; Δεν της απάντησα και προχωρήσαμε προς τα μέσα. Σε 10 λεπτά η Μονή θα έκλεινε. Όταν βρέθηκα μπροστά στο σκήνωμα του Αγίου Εφραίμ τα γόνατα μου λύγησαν, ξέσπασα σε απίστευτους λυγμούς κάνοντας όσους πιστούς βρίσκονταν εκεί να με αφήσουν μόνο μου με τον Άγιο. Το παράπονο για τις ασωτίες και τις αμαρτίες της ζωής μου ήταν τεράστιο. Είχα συγκλονιστεί ολόκληρος, ήταν η στιγμή που αλλάξαν όλα μέσα μου. 
Πίστεψα ότι θα γίνω καλά! Μετά απ¨ αυτό γύρισα στο νοσοκομείο συγκλονισμένος έχοντας πλέον απίστευτη θέληση για ζωή και πίστη. Είχαν όλα πλέον αλλάξει μέσα μου.Από την επόμενη μέρα η εξετάσεις έδειχναν για πρώτη φορά βελτίωση. Μέρα με τη μέρα το συκώτι μου αναπλάθονταν μη μπορώντας οι γιατροί να εξηγήσουν την ανέλπιστη επαναφορά.Μέσα σε δύο εβδομάδες το 80 % κατεστραμμένου ύπατος είχε αναπλαθεί τελείως και ήμουν έτοιμος να γυρίσω στη δουλεία μου. Είχα τάξει στον Άγιο Εφραίμ ότι πριν πάω στο σπίτι μου, θα πήγαινα στο μοναστήρι να τον ευχαριστήσω... όμως δεν πήγα όπως του έιχα υποσχεθεί και γύρισα σπίτ μου. Μετά από τρεις μέρες μπήκα ξανά εκτάκτως στο νοσοκομείο. Η διάγνωση των γιατρών... απλαστική αναιμία. Ο μυελός των οστών δεν παρήγαγε αίμα και θα χρειαζόταν άμεσα μεταμόσχευση. Μπαίνοντας στην απομόνωση που θα με... φιλοξενούσε για τον επόμενο μήνα γέμησα το χώρο με τις εικόνες του αγαπημένου μου Αγίου. Έσκησα το στρώμα του κρεβατιού μου κι εβαλά μέσα την εικόνα του Αγίου Εφραίμ. Σε καμία απο τις θεραπείες ο αργανισμός δεν ανταποκρίθηκε. Ήταν πλέον πολλοί οι μήνες που είχα να βγω απ΄ το δωμάτιο, την απομόνωση παρα τη θέλησή μου. Ο οργανισμός μέρα με τη μέρα εξασθενούσε, το πνεύμα μου όμως και η πίστη μου μεγάλωνε Ήταν μεσημέρι όταν ακούσαμε φωνές από το διπλανό δωμάτιο. 
Οι γονείς κάποιου παιδιού φωνάζανε τρωμαγμένοι και οι γιατροί ακουγονταν να τρέχουν πανικόβλητοι... μας φεύγει-μας φέυγει ο μικρός... φωνάζανε. Χάος επικρατούσε έξω απ΄ το δωμάτιό μου. Εγώ κι ο πατέρας μου είπαμε οτι το παιδί στο διπλανό δωμάτιο έφευγε... γύρισα και τον κοίταξα βουρκωμένος, με μάτια κατακόκκινα... Τότε εκείνος αμέσος κατάλαβε και βγήκε έξω. Έβγαλα την εικόνα από το στρώμα μου και προσευχήθηκα... επειδή ξέρω πως Υπάρχεις και πως είσε Εδώ, δείξε Το μου και τώρα! Κάνε καλά το παιδί επι τόπου! Η προσευχή μου και η στιγμή ήταν πολλή βαθιά. Ξέσπασα σε κλάματα. Αμέσως πήρα το μήνυμα... Μου είπε το παιδί είναι ήδη καλά και να ΄ρθει να μ΄ ευχαριστήσει. Άρχισα να χτυπάω την πόρτα για να μ΄ ακούσουν και να τους μεταφέρω το μήνυμα. Αλλά κανείς δε μ΄ ακουγε. Μετά από 2 λεπτά μπήκε πάλι μέσα ο πατέρας μου και του λέω με αγωνία πες στον πατέρα του παιδιού ότι ο γιός του θα ζήσει και θα γίνει πολύ γρήγορα καλά κι ο πατέρας μου μού απάντησε απορρημένος είναι ήδη καλά το παιδί... γιέ μου. Κάτι ανέλπιστο έγινε εκεί έξω... και το παιδί συνήλθε.Οι μήνες περνούσαν και η κατάστασή μου χειροτέρευε. Η πίστη μου όμως δε λύγιζε, δυνάμωνε ακόμα περισσότερο. Πλέον δε μ΄ ένοιαζε αν θα ζήσω ή θα πεθάνω παρά αν πεθάνω να με πάρει μαζί του, κοντά του, δίπλα του ή αν ζήσω να τον εξυμνώ όπου βρεθώ κι όπου σταθώ. Είχε περάσει κοντά ένας χρόνος όταν μας ανακοινώσαν ότι βρέθηκε συμβατός δώτης απο Αμερική. Ήταν Πέμπτη πρωι. 
Την Παρασκευή το πρωι θα έφευγε από το 401 για τον Ευαγγελισμό όπου τη Δευτέρα θα γινόταν η μεταμόσχευση. Πέμπτη στις 12 έπεσα σε κώμα Είχε γεμίσει υγρό το κεφάλι, οι πνεύμονες και η καρδιά. Μαζί με το κρεβάτι μου με κατέβασαν στην εντατική. Θα πρέπει να έμεινα αρκετές μέρες. Κάποια στιγμή επανήλθα μη μπορώντας ν΄ ανοίξω τα μάτια, θυμάμαι άκουγα τις πιο γλυκές μελωδίες που έχω ακούσει ποτέ στη ζωή μου... γεμάτο γαλήνη και ηρεμία. Δεν ήξερα που βρισκόμουν, αλλά κατάλαβα ότι βρίσκομαι στην εντατική. Πάνω απ΄ το κεφάλι μου ήταν ο γιατρός μου, ο οποίος έλεγε στον πατέρα μου και την κοπέλα μου, ότι ο Βασίλης ήταν πάρα πολύ γερός οργανισμός, αλλά με υγρό στο κεφάλι, στους πνέυμονες και την καρδιά, με μηδέν αιμοπετάλια και λευκά αιμοφαίρια κανείς δεν έχει στην κατάσταση αυτή από την εντατική. Ο πατέρας μου αρνήθηκε, λέγοντάς του... δεν το ξέρετε καλά τον Βασίλη, έχει υπηρετήσει στις Ειδικές Δυνάμεις, δεν τα παρατάει. Ο γιατρός τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και του ΄πε μακάρι να ΄ταν έτσι, αλλά θα είναι θαύμα αν βγάλει και το αποψινό βράδυ. Βγήκαν έξω. Έμεινε η κοπέλα μου να μου χαϊδεύει το χέρι, κλέγοντας. Ένοιωθα, αλλά δεν μπορούσα ν΄ αντιδράσω. Βγήκε κι αυτή έξω.
 Ο χώρος κατακλείστηκε από απίστευτο φως, οι μελωδίες δυνάμωσαν. Δεν έβλεπα όνειρο, ήμουν ξύπνιος και έιχα τις αισθήσεις μου. Πανύψηλος, Θεόρατος, Κατάμαυρος με μακριά γένια, τεράστιο καπέλο που άγγιζε σχεδόν το ταβάνι του θαλάμου μπήκε μέσα ο Άγιος Εφράιμ. Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου, με πλησίασε και το χέρι του έπιασε ολόκληρο το κεφάλι μου.. τα δάχτυλά του ήταν τεράστια. Μου είπε, ΤΩΡΑ ΘΑ Σ΄ ΑΝΑΛΑΒΩ ΕΓΩ!, κι έφυγε όπως μπήκε αργά-αργά. Την επόμενη μέρα άνοιξα ξανά τα μάτια μου στην απομόνωση. Είχα βγει απ΄ την εντατική. Ήταν όλοι οι συγγενείς μου γύρω μου μαζεμένοι. Μόλις με είδαν να ξυπνάω, άρχισαν ν΄ αγκαλιάζονται και φωνάζανε... Φωναξτε το γιατρό, φωνάξτε το γιατρό! Μπήκε μέσα και μου είπε, εγώ δεν πιστεύω σε θαύματα, ούτε σε Θεό, αλλά εσύ κάποιον Άγιο είχες χθες μαζί σου.
 Εκείνο το βράδυ εξαφανίστηκαν το υγρό και στους πνεύμονες και στο κεφάλι και στην καρδιά και ο μυελός πλέον παρήγαγε κανονικά όλες τις σειρές του αίματος, σα να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα. Μία εβδομάδα μετά βγήκα απ΄ το νοσοκομείο και αυτή τη φορά πριν πάω σπίτι μου πήγα στο μοναστήρι του Αγίου μου. Στεκόμενος μπροστά στη λάρνακα, τρεις φορές χτύπησε δίπλα μου ένας εκκοφαντικός ήχος λες και ήταν από σκήπτρο ή από μπαστούνι. Είχα ανατριχιάσει ολόκληρος και κλαίγοντας τον ευγνομονούσα. Σήμερα συνεχίζοντας να ζω τη ζωή μου σαν ένας κανονικός, υγιής άνθρωπος πηγαίνω στο μοναστήρι ανελλειπώς καθε βδομάδα να βλέπω τον Πατέρα μου, να Τον τιμώ, να Τον δοξάζω και 
Τον ευχαριστώ και να Τον ευγνομονώ όπου βρεθώ κι όπου σταθώ! Είναι άπειρες η φορές που μου δείχνεις την παρουσία Σου, όπως και απόψε που μετά απο μήνες αποφάσισα να Σου γράψω, αδικιολογήτως που σε κάθε μου αναφορά στ΄ όνομά Σου τα γράμματα αρνούντουσαν να γίνουν μικρά. Σ΄ ευχαριστώ πολύ... χάριζέ μου την υγεία μου, έχε με γερό και δυνατό και αν Εσύ το θες χάρισέ μου ένα παιδί να του χαρίσω τ΄ όνομά Σου!!!ΣΕ λατρευω.... ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

Μια μέρα, καθώς προσευχόταν (ο Άγιος Συμεών) με καθαρότητα και συνομιλούσε με τον Θεό, είδε πως ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελί του, νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο. Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει. Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα- ω των φρικτών οπτασιών του ανδρός!-, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα. Τον συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με τον νου του το φως εκείνο που του εμφανιζόταν. Αυτό μεγάλωνε λίγο –λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από τα γήινα. Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του. Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστό ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του. Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του. Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχωρούσε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως. Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και την μορφής του σώματος και σταμάτησε κα κλαίει. Τότε ακούει μια φωνή από το φως να του λέει: «Κατά τον ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατά την ώρα της έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι θ’ αρπαγούν, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος». Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτήν την κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό και κατανοώντας τη δόξα που τον περιέβαλλε και την αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στου Αγίους, άρχισε να σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του: «Άραγε θα ξαναγυρίσω πάλι στην προηγούμενη κατάσταση του σώματος μου ή θα ζήσω έτσι συνέχεια;» Μόλις έκανε τη σκέψη αυτή, αμέσως αισθάνθηκε να περιφέρει το σώμα του σαν σκιά ή σαν πνεύμα. Καταλάβαινε ότι είχε γίνει, όπως είπαμε, ολόκληρος με το σώμα του φως χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα και άυλο. Και το μεν σώμα του το αισθανόταν ότι υπάρχει, πλην όμως χωρίς υλικές διαστάσεις και σαν πνευματικό. Αισθανόταν δηλαδή να μην έχει καθόλου βάρος ή όγκο κι απορούσε βλέποντας τον εαυτό του που είχε σώμα να είναι σαν ασώματος. Και το φως που λαλούσε μέσα του, όπως και προηγουμένως, του έλεγε και πάλι: «Τέτοιοι θα είναι μετά την ανάσταση στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι άγιοι περιβλημένοι ασωμάτως με σώματα πνευματικά ή ελαφρότερα και λεπτότερα και πιο αιθέρια ή παχύτερα και βαρύτερα και πιο γεώδη, από τα οποία θα καθορισθεί για τον καθένα η στάση και η τάξη και η οικείωση με το Θεό». Αυτά όταν άκουσε ο θεοπτικότατος και θεόληπτος Συμεών κι αφού είδε το ανέκφραστο θεϊκό φως κι ευχαρίστησε τον Θεό, που δόξασε το γένος μας και το έκανε μέτοχο της θεότητας και της βασιλείας Του, ξαναγύρισε πάλι στον εαυτό του και βρέθηκε ξανά μες στο κελί του στην προηγούμενη ανθρώπινη φυσική κατάσταση. Όμως με όρκους διαβεβαίωνε εκείνους με τους οποίους είχε θάρρος και φανέρωνε τα μυστικά του, ότι «για πολλές ημέρες αισθανόμουν αυτή την ελαφρότητα του σώματος χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου ούτε κόπο, ούτε πείνα, ούτε δίψα». Επειδή, λοιπόν, με αυτά ενωνόταν μόνο με το Πνεύμα κι ήταν γεμάτος από τα θεϊκά χαρίσματά Του- και φυσικά είχε καθαρίσει και ο ίδιος πλήρως το νου του-, έβλεπε οπτασίες και φρικτές αποκαλύψεις του Κυρίου όπως παλαιά οι Προφήτες. Έτσι, έχοντας αποστολική διάνοια, επειδή την ύπαρξή του κατηύθυνε και κινούσε το θείο Πνεύμα, είχε και το χάρισμα του λόγου που έβγαινε από τα χείλη του και, ενώ ήταν όπως κι εκείνοι αγράμματος, θεολόγησε και με τα θεόπνευστα συγγράμματα του διδάσκει τους πιστούς την ακρίβεια της ευσεβούς ζωής. Έχοντας ανέλθει σ’ ένα τέτοιο πνευματικό επίπεδο, αρχίζει να συγγράφει ασκητικούς λόγους κατά κεφάλαια για τις διάφορες αρετές και τα πάθη που αντίκεινται σ’ αυτές, από όσα αυτός έμαθε από την προσωπική του ασκητική ζωή και τη θεία γνώση που του δόθηκε, και περιγράφει με ακρίβεια τη μοναχική ζωή για όσους την ασκούν και έτσι γίνεται για τον ισραηλιτικό λαό των μοναχών ποταμός Θεού γεμάτος πνευματικά νερά.

O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ όλα τα χωριά, να δει ποιός θα τόνε γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι. Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, κι είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που ήτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κι είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον », και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.. Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφτασε σε κάτι χωριά που ήτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα. Απάνω σ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!». Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μία κούνια, που ήτανε δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν μπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κι είδε πως ήτανε γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και το ανεσπάσθηκε κι είπε: «Να χω την ευχή σου, γέροντα», και το ’λεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατά σου η ειρήνη του Θεού να ναι απάνω σας!». Σηκώθηκε κ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κι είχε κι ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πητιές που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κι οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδιά πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά κι η γυναίκα του ’θεσε μαξιλάρια να ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κι έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κι έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα ’βγαλε τ’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κι είχε μία χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος κι είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να ’τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα να ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κι οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου. Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Άη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μία φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία». Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μία φυλλάδα από το ταγάρι του, κι είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του, και η γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και το απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Η φωνή του ήτανε γλυκιά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κι η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε «του Χριστού» κι ύστερα είπε «της Παναγίας», κι ύστερα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου». Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!». Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά! κι ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κι ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντανών», «των φτωχών». Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου; Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κι ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κι είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθεις του οίκου της ψυχής μου». Κι είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε». Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κι είπε πάλι την ευχή, αλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθεις. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται». Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος...

Η συκοφαντία είναι δυστυχώς ένα από τα χειρότερα κακά του κόσμου..από ζηλοφθονία και μίσος κυρίως αναπτύσσεται και χύνεται ωσάν δηλητήριο σε ψυχές συνανθρώπων μας με αποτέλεσμα να τον μειώσουν να τον ταπεινώσουν..όλοι οι άγιοι πέρασαν από ζηλοφθονίες αλλά τις ξεπέρασαν με υπομονή εγκαρτέρηση και πίστη στο θεό..να δούμε τι πέρασε ένας άγιος του αιώνα μας ο Άγιος Νεκτάριος..

Κάποτε ένας Άγιος Γέροντας συκοφαντήθηκε άδικα και απειλήθηκε από ένα εισαγγελέα με χυδαίο και βάναυσο τρόπο... Ο κόσμος, της εποχής εκείνης τον γιουχάριζε, τον κορόιδευε, τον ειρωνευόταν, τον κατηγορούσε. Ο κόσμος και οι άρχοντές του, ταπείνωσαν τον Άγιο εκείνο Γέροντα, όμως ο Θεός τον δόξασε και θα τον δοξάζει εις πάντας τους αιώνες. Στο παρακάτω συγκλονιστικό κείμενο θα διαβάσετε τι έκανε και τι έπαθε ο εισαγγελέας που κατηγόρησε άδικα τον Άγιο Νεκτάριο. Βρωμερές συκοφαντίες Πολλά όμως διασπείρονταν από τους κακούς ανθρώπους στην Αθήνα περί του Πενταπόλεως και της ανεγέρσεως της Μονής. Πολύ τον κατέτρεξε και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης. Αυτός διετέλεσε και Οικουμενικός Πατριάρχης και Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Αυτός ο δυστυχής ήταν μασώνος μοντέρνος, νεωτεριστής και έκανε πολύ κακό στην Εκκλησία.Αλλά και ποία διαφορά στο τέλος των δύο Ιεραρχών. Ο Μεταξάκης, που έκανε τόσα εις βάρος της Ορθοδοξίας, είχε οικτρό τέλος. Τον βρήκαν ένα πρωί κάτω από το κρεβάτι του νεκρό και με την γλώσσα του έξω. Αυτήν ακριβώς την γλώσσα, που έλεγε αυτά στον Άγιο και τόσα εις βάρος της Ι. Παραδόσεως και της Ορθοδόξου Εκκλησίας! Εξ αντιθέτου, ο Πενταπόλεως, που έμεινε πιστός εις την Ι. Παράδοση και υπέμεινε τους πειρασμούς και διώξεις, είχε άγιο τέλος και σήμερον τιμάται, όχι μόνο από το Πανελλήνιο, αλλά και από όλη την Υδρόγειο. Είναι αληθές, ότι ο Θεός παρεχώρησε να περάσει και εκεί πολλές θλίψεις και πίκρες.παρ’ όλη την εκεί εργασία του, πολλοί κακοί, άνθρωποι, όργανα του διαβόλου έλεγαν, ότι ο Άγιος είναι υποκριτής και, ότι όλα αυτά που κάνει, είναι υποκριτικά. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να τον κατηγορούν για ανηθικότητες και, ότι το Μοναστήρι το κατάντησε άντρο ακολασίας! Διέδιδαν, ότι οι Μοναχές γεννούσαν νόθα παιδιά και τα πετούσε στο πηγάδι. Κάποια μητέρα, μάλιστα, που την έλεγαν στην Αίγινα Κερού είχε μια κόρη 16 ετών χαριτωμένη, συνετή, φρόνιμη και θεοφοβούμενη. Η μητέρα αυτή είχε μανία καταδιώξεως προς την κόρη της και πολλές φορές επιχείρησε να την σκοτώσει. Το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα βρήκε καταφύγιο στο Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Ο Άγιος, πονόψυχος καθώς ήταν, το δέχτηκε και το προστάτεψε. Η Κερού δεν μπορούσε να το χωνέψει και άρχισε να συκοφάντη τον Άγιο. Ο Εισαγγελεύς πήρε την κατάθεση και την επομένη πήγε αγριεμένος στην Αίγινα με δυο χωροφύλακες. Παραβίασε την πόρτα, παρά τους κανονισμούς του Μοναστηριού, και μπήκε κατ’ ευθεία στο διαμέρισμα του Αγίου. Οι Μοναχές αναστατώθηκαν και άρχισαν να κλαίνε. Ο Δεσπότης σηκώθηκε με το συνηθισμένο Χριστιανικό του χαμόγελο να τους υποδεχτεί. Ο Ανακριτής έξω φρενών, είπε εις τον εβδομηκονταετή τότε γέροντα: —Βρε παλιοκαλόγερε!... που είναι τα παιδιά που κάνεις; (Επακολούθησε αισχρότατη φράση). Αυτά κάνεις εδώ πέρα; Κατόπιν τον έπιασε από το ράσο και τον απειλούσε, λέγοντας: Θα σου ξεριζώσω τα γένια τρίχα, τρίχα. Ο Άγιος δεν έβγαλε λέξη. Μόνον με το χέρι του έδειχνε ψηλά και έλεγε:
 —Βλέπει ο Θεός. Ξέρει ο Θεός!! Και πράγματι! «ἔστι δίκης ὀφθαλμός, Ὅς τά πάνθ’ ὁρᾶ». Ο ασεβέστατος Εισαγγελεύς σε μια εβδομάδα αρρώστησε βαριά. Είχε τρομερούς πόνους από την αρρώστια του. Το χέρι εκείνο, που έπιασε και κουνούσε τον Άγιο, ξεράθηκε. Τότε το συναισθάνθηκε και ζήτησε να τον πάνε μπροστά στον Άγιο, για να τον συγχωρέσει. Πράγματι τον πήγαν. Έπεσε στα πόδια του Αγίου, μαζί με την γυναίκα του και ζητούσε να τον λυπηθεί. Ο Άγιος προσευχήθηκε στο Θεό πολύ. Ήταν ο μακάριος ανεξίκακος και μακρόθυμος. Τον συγχώρησε με την καρδιά του. Τού Εισαγγελέως έπειτα από δύο χρόνια του κόψανε το χέρι. Εκείνο το χέρι που κουνούσε, από το γιακά του ράσου, τον Άγιο. Το Μοναστήρι του όμως, παρ’ όλα αυτά, πρόκοψε. Εν τω μεταξύ η Αδελφότης μεγάλωσε, γιατί προσετέθησαν και άλλες Αδελφές και μάλιστα μορφωμένες. Έγινε ένα πνευματικόν κέντρο, που ξεκούραζε ψυχικά και φώτιζε τους ανθρώπους


Σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε τέλειοι και άγιοι. Να αναδειχθούμε παιδιά του Θεού και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών. Άς προσέξουμε μήπως, για χάρη της παρούσας ζωής, στερηθούμε τη μέλλουσα, μήπως, από τις βιοτικές φροντίδες και μέριμνες, αμελήσουμε το σκοπό της ζωής μας. Η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή από μόνες τους δεν φέρνουν τους επιθυμητούς καρπούς, γιατί αυτές δεν είναι ο σκοπός της ζωής μας, αποτελούν τα μέσα για να πετύχουμε το σκοπό.
Στολίστε τις λαμπάδες σας με αρετές. Αγωνιστείτε ν’ αποβάλετε τα πάθη της ψυχής. Καθαρίστε την καρδιά σας από κάθε ρύπο και διατηρήστε την αγνή, για να έρθει και να κατοικήσει μέσα σας ο Κύριος, για να σας πλημμυρίσει το Άγιο Πνεύμα με τις θείες δωρεές. Παιδιά μου αγαπητά, όλη σας η ασχολία και η φροντίδα σ’ αυτά να είναι. Αυτά ν’ αποτελούν σκοπό και πόθο σας ασταμάτητο. Γί’ αυτά να προσεύχεστε στο Θεό. Να ζητάτε καθημερινά τον Κύριο, αλλά μέσα στην καρδιά σας και όχι έξω από αυτήν. Και όταν Τον βρείτε, σταθείτε με φόβο και τρόμο, όπως τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, γιατί η καρδιά σας έγινε θρόνος του Θεού. Αλλά για να βρείτε τον Κύριο, ταπεινωθείτε μέχρι το χώμα, γιατί ο Κύριος βδελύσσεται τους υπερήφανους, ενώ αγαπάει και επισκέπτεται τους ταπεινούς στην καρδιά. Άν αγωνίζεσαι τον αγώνα τον καλό, ο Θεός θα σε ενισχύσει. Στον αγώνα εντοπίζουμε τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τα ελαττώματά μας. Είναι ο καθρέφτης της πνευματικής μας καταστάσεως. Όποιος δεν αγωνίστηκε, δεν γνώρισε τον εαυτό του. Προσέχετε και τα μικρά ακόμα παραπτώματα. Άν σας συμβεί από απροσεξία κάποια αμαρτία, μην απελπιστείτε, αλλά σηκωθείτε γρήγορα και προσπέστε στο Θεό, που έχει τη δύναμη να σας ανορθώσει. Μέσα μας έχουμε αδυναμίες και πάθη και ελαττώματα βαθιά ριζωμένα, πολλά είναι και κληρονομικά. Όλα αυτά δεν κόβονται με μία σπασμωδική κίνηση ούτε με την αδημονία και τη βαρειά θλίψη, αλλά με υπομονή και επιμονή, με καρτερία, με φροντίδα και προσοχή. Η υπερβολική λύπη κρύβει μέσα της υπερηφάνεια. Γι’ αυτό είναι βλαβερή και επικίνδυνη, και πολλές φορές παροξύνεται από το διάβολο, για ν’ ανακόψει την πορεία του αγωνιστή. Ο δρόμος που οδηγεί στην τελειότητα είναι μακρύς. Εύχεστε στο Θεό να σας δυναμώνει. Να αντιμετωπίζετε με υπομονή τις πτώσεις σας και, αφού γρήγορα σηκωθείτε, να τρέχετε και να μη στέκεστε, σαν τα παιδιά, στον τόπο που πέσατε, κλαίγοντας και θρηνώντας απαρηγόρητα. Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην μπείτε σε πειρασμό. Μην απελπίζεστε, αν πέφτετε συνέχεια σε παλιές αμαρτίες. Πολλές απ’ αυτές είναι και από τη φύση τους ισχυρές και από τη συνήθεια. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και με την επιμέλεια νικιούνται. Τίποτα να μη σας απελπίζει

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.