2016

...Μια μέρα, την ώρα που περνούσα μαζί με τον όσιο από την πλατεία της πόλης, βλέπω στα δεξιά μου έναν άνθρωπο, που κάτι σιγομουρμούριζε.
Τον ακολουθούσαν ένα σμάρι φτωχοί και ζητιάνοι, ζητώντας του ελεημοσύνη. Κι εκείνος, ενώ έκανε πως τους απόδιωχνε τάχα, τους έβαζε κρυφά στα χέρια τα ελέη της αγάπης του. Μ’ αυτόν τον τρόπο έκρυβε από τους ανθρώπους τις αγαθοεργίες Του.
Εγώ όμως το πήρα είδηση. Σκούντησα λοιπόν τον όσιο και του φανέρωσα χαμηλόφωνα την αρετή του διαβάτη. Αυτός δεν φάνηκε να εντυπωσιάστηκε.
– Tον ξέρω, παιδί μου, είπε. Πολλές φορές έχουμε ανταμώσει. Εσύ μάθε μόνο τούτο, ότι για τον Θεό είναι μέγας.
Λίγες μέρες αργότερα του ζήτησα να μου πει κάτι γι’ αυτή την αρετή, και μου διηγήθηκε ένα παράδοξο θαύμα.
– Ήμουνα παιδί μικρό, είπε, ίσαμε δέκα χρονών , και είχα πάει στην εκκλησία του αγίου αποστόλου Θωμά για να προσευχηθώ. Εκεί βρήκα ένα γέροντα να διδάσκει το λαό. Ανάμεσα στ’ άλλα μίλησε και για την ελεημοσύνη. Είπε μάλιστα, ότι αυτός που δίνει κάτι στους φτωχούς, είναι σαν να το καταθέτει στα χέρια του ίδιου του Κυρίου. Με κάποια δυσφορία άκουσα τα λόγια εκείνου του κήρυκα. Μου φάνηκαν υπερβολικά.
“Μα αφού ο Χριστός, όπως μου λένε, είναι στους ουρανούς, στα δεξιά του Πατέρα Του”, συλλογιζόμουν με το παιδικό μου μυαλό, “πώς θα βρεθεί στη γη, για να πάρει αυτά που δίνουμε στους φτωχούς; ’”. Με τέτοιες σκέψεις προχωρούσα στο δρόμο, όταν, ξάφνου, βλέπω να περνάει ένας φτωχός κουρελής, που- ω του θαύματος!- πάνω απ’ το κεφάλι του είχε την εικόνα της μορφής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Η εικόνα , αόρατη βέβαια στους άλλους, στεκόταν όρθια και ακολουθούσε το ζητιάνο παντού. Καθώς λοιπόν αυτός περπατούσε, συναντήθηκε μ’ έναν καλό άνθρωπο, που του έδωσε ψωμί. Τη στιγμή όμως που ο φιλάνθρωπος εκείνος διαβάτης άπλωσε το χέρι του, άπλωσε κι ο Χριστός το δικό του μέσ’ από τη μετέωρη εικόνα, πήρε το ψωμί και, αφού ευχαρίστησε, το έδωσε στο φτωχό. Μα ούτε εκείνος ούτε κι ο διαβάτης κατάλαβαν τι έγινε.
Ο θαυμασμός μου γι’ αυτό που είδα δεν περιγράφεται. Ε, από τότε πια πίστεψα ακράδαντα, πως όποιος δίνει στους αδελφούς ό,τι έχουν ανάγκη, το βάζει πραγματικά στα χέρια του Χριστού, που τη μορφή Του βλέπω να στέκεται πάνω απ’ όλους τους φτωχούς. Όσο μπορώ λοιπόν ασκώ την αρετή της ελεημοσύνης . Και ο Χριστός μου μ’ ευχαριστεί για κάθε φτωχό που βοηθάω.
Από το βιβλίο: «Ενας ασκητής επίσκοπος ''ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ''

Ένας γέροντας προσπαθώντας να στήρίξει ένα νέο μοναχό, που τον πολεμούσαν λογισμοί φυγής κι επιστροφής στους γονείς του, διηγήθηκε το ακόλουθο θαυμαστό γεγονός:
Έτυχε κάποιος στις ημέρες, που εγώ δεν τον πρόφθασα, γιατί πριν από λίγο καιρό είχε πεθάνει. Αυτός ήταν υποτακτικός σε ένα Γέροντα τυφλό.
Λοιπόν μία ημέρα ήλθε ένας πτωχός κοσμικός, περαστικός από το Κελλί του. Και τον ρωτά ο νέος μοναχός:
- Από πού είσαι;

Στη ζωή μας τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Όλα φθείρονται και χρειάζονται διόρθωση ή αντικατάσταση. Κι αυτό δεν αφορά τα υλικά πράγματα μόνο, αλλά και τις φιλικές μας σχέσεις, που νομίζουμε ότι θα διαρκέσουν για πάντα, αλλά συχνά τις βλέπουμε να διαλύονται.

Ο Αββάς Ισσάκ ο πνευματοφόρος αυτός ερημίτης κάνει πάρα πολύ απλές και βαθυστόχαστες διαχρονικές επισημάνσεις,και βοηθάει καίρια στην κατανόηση των αμαρτιών μας.

Η σκέψη του θανάτου είναι ικανή να παρακινήσει τον αμαρτωλό σε μετάνοια. Μας είναι και γνωστός και άγνωστος ο θάνατος. Γνωστός, γιατί ξέρουμε ότι όλοι θα πεθάνουμε. Άγνωστος, γιατί δεν ξέρουμε πότε, πού και πώς θα πεθάνουμε.
Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο περισσότερο μικραίνει η ζωή μας, τόσο λιγοστεύουν οι μέρες μας και πλησιάζουμε στο θάνατο.
Είμαστε πιο κοντά του σήμερα απ΄ό,τι χθές, αυτή την ώρα απ΄ό,τι την προηγούμενη. Ο θάνατος βαδίζει αόρατος πίσω απ΄τον καθένα και τον αρπάζει τότε που δεν το υποπτεύεται. Εντούτοις, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι - και μάλιστα οι υγιείς και οι δυνατοί - κάνουν τις ακόλουθες σκέψεις για τον ευατό τους:

- Εγώ θα ζήσω ακόμη αρκετά. Είναι πολύ μακριά το τέλος μου. Θα μαζέψω πλούτη και θα ευφραίνομαι. Μα ορμάει ξαφνικά εναντίον τους ο θάνατος και σβήνουν τα όνειρα και οι επιθυμίες. Και πεθαίνει γρήγορα εκείνος που έταξε στον εαυτό του μακροζωία. Και αφήνει τ΄αγαθά του και το σώμα του στον κόσμο εκείνος που ήθελε να συγκεντρώνει πλούτη. Άγνωστο λοιπόν μας είναι το τέλος, χριστιανοί.

Ο φιλάνθρωπος Θεός, που φροντίζει για το καλό μας, τα καθόρισε έτσι, ώστε να είμαστε πάντα έτοιμοι και να καταφεύγουμε στην ειλικρινή μετάνοια. Με ό,τι θα φύγει ο άνθρωπος από δω, μ΄αυτό και θα παρουσιαστεί μπροστά στο κριτήριο του Χριστού.

Αδελφοί, ας συλλογιστούμε προσεκτικά αυτά τα λόγια κι ας μετανοήσουμε, για να μην ταξιδέψουμε προς την αιωνιότητα με τις αμαρτίες μας και εμφανιστούμε μ΄αυτές σ΄εκείνο το δικαστήριο. Ο φιλεύσπλαχνος Θεός μας υποσχέθηκε το έλεός Του, δεν μας υποσχέθηκε όμως ότι θα ζούμε το επόμενο πρωί. Και τούτο, για να είμαστε προσεκτικοί, και όταν ξυπνάμε, να θυμόμαστε το θάνατό μας, να διορθώνουμε τον εαυτό μας, να ετοιμαζόμαστε για την έξοδό μας, ώστε να έχουμε μακάριο τέλος. Είναι φοβερή η ώρα του θανάτου.

Όλοι οι άγιοι τη σκέφτονταν κι έκλαιγαν, ικετεύοντας τον φιλάνθρωπο Θεό να τους ελεήσει εκείνη την ώρα. Εκπληκτικό! Να κλαίνε οι άγιοι στη σκέψη του θανάτου, και οι αμαρτωλοί ωστόσο να μη συγκινούνται, αν και καθημερινά κάποιον βλέπουν να πεθαίνει. Φτωχοί αμαρτωλοί! Γιατί κοιμόμαστε, ενώ ο διάβολος σαν κλέφτης αρπάζει τη σωτηρία μας; Ας γράψουμε στη μνήμη μας την ώρα του θανάτου και ας είμαστε έτοιμοι. Απ΄αυτήν θα εξαρτηθεί, αν ο άνθρωπος θα είναι αιώνια ευτυχισμένος ή αιώνια δυστυχισμένος.

Από το θάνατο ανοίγουν για τον καθένα οι πύλες της αιωνιότητας, ο δρόμος για την αιώνια μακαριότητα ή την αιώνια δυστυχία. Απ΄αυτόν τον σταθμό αρχίζει ο άνθρωπος να ζει ή να πεθαίνει αιώνια. Πού βρίσκονται τώρα όσοι έζησαν πρίν από μας και πέρασαν τη ζωή τους αμετανόητα, με κραιπάλες και ηδονές; Έφυγαν απ΄αυτόν τον κόσμο, αφήνοντας εδώ όλες τους τις χαρές. Οδηγήθηκαν καθένας στον τόπο του, περιμένοντας την τελευταία Κρίση, οπότε θα λάβουν την αμοιβή των έργων τους.

Γι΄αυτό εφόσον δεν ήρθε ακόμα για μας εκείνη η ώρα, ας στραφούμε ολόψυχα προς το Θεό μας με την πίστη και τη μετάνοια, ώστε να κερδίσουμε την αιωνιότητα. Αγαπητέ χριστιανέ! Ο θάνατος μας ακολουθεί βήμα προς βήμα χωρίς να τον βλέπουμε, και το τέλος φτάνει τότε που δεν το περιμένουμε. Γι΄αυτό να βρίσκεσαι συνέχεια σε κατάσταση μετάνοιας, έτοιμος παντού και πάντοτε για την αναχώρησή σου. Ο συνετός δούλος είναι πάντα άγρυπνος και περιμένει πότε θα τον καλέσει ο Κύριός του.

Αγρύπνα κι εσύ και περίμενε πότε θα σε καλέσει ο Κύριός σου, ο Χριστός. Να ζεις όπως θα ήθελες να σε βρει ο θάνατος. Να ζεις με ευσέβεια και να εργάζεσαι με φόβο και τρόμο για τη σωτηρία σου. Έτσι δεν θα στερηθείς την αιώνια σωτηρία, που μας δώρισε ο Κύριός μας με το αίμα Του και το θάνατό Του. Έτσι θα τελειώσεις τη ζωή σου χριστιανικά. Και είναι πραγματικά μακάριοι οι νεκροί εκείνοι πού πεθαίνουν πιστοί στον Κύριο και ενωμένοι μαζί Του".

Προς την αιωνιότητα. (Αγ. Τύχων, αρχιεπισκόπου. Βορονέζ και Ζαντόνσκ)

Παραθέτουμε παρακάτω την επίσκεψη της αγίας στον Γέροντα Παΐσιο όπως την περιγράφει ο ίδιος ο Γέροντας και όπως διασώθηκε στο βιβλίο του Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος «Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου».
 Το θαυμαστό γεγονός.
..Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας, όταν τον

Η ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥΘαυμαστό παράδειγμα εμπιστοσύνης στην αγάπη του Θεού αποτελεί το ακόλουθο περιστατικό:Ο αββάς Βησσαρίων με τον υποτακτικό του αββά Δουλά βάδιζαν επί ώρες σε μια ακρογιαλιά.Ο υποτακτικός δίψασε πολύ και το είπε στον γέροντά του. Εκείνος σταμάτησε, έκανε προσευχή και πρόσταξε:—Να, πιες νερό από τη θάλασσα!Ο αββάς Δουλάς έσκυψε και ήπιε. Πραγματικά, το νερό είχε γλυκαθεί! Αφοϋ ξεδίψασε, πήρε ένα κανάτι και το γέμισε, για να έχει στον υπόλοιπο δρόμο. Το παρατήρησε αυτό όμως ο αββάς Βησσαρίων και του λέει:—Γιατί κράτησες νερό;—Ευλόγησον, γέροντα.Το κράτησα για να έχω, μήπως διψάσω πιο κάτω.—Δεν είναι ανάγκη! Εκείνος που σε ξεδίψασε εδώ, μπορεί παντού να σε ξεδιψάσει.(από το Γεροντικόν)                     Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΤΩΧΟΣΟ χειμώνας του 334 υπήρξε ιδιαίτερα δριμύς στην Αμιένη της Βορείου Γαλλίας. Μια πολύ ψυχρή μέρα ο άγιος Μαρτίνος (316-397) συνάντησε ένα γυμνό φτωχό στην πύλη της πόλεως.Τι να κάνει όμως; Φορούσε μόνο τη στρατιωτική εξάρτηση και τον μανδύα του. Παίρνει λοιπόν το ξίφος του, σχίζει τον μανδύα, δίνει ένα κομμάτι στον φτωχό και αρκείται ο ίδιος στο υπόλοιπο.Στον δρόμο τον περιγελούν για την κολοβή του αμφίεση.Τη νύχτα όμως βλέπει στον ύπνο του τον Χριστό, ντυμένο με το κομμάτι του μανδύα που είχε δωρίσει, να λέει στους αγγέλους που Τον ακολουθούσαν:- Ο Μαρτίνος με έντυσε μ' αυτό το ένδυμα.

Είχαμε  διαβάσει πριν λίγο καιρό ένα κείμενο που έγραφε για κάποιον φαροφύλακα που ενώ μετεφέρονταν στο νοσοκομείο ετοιμοθάνατος, έλεγε και ξανάλεγε στη γυναίκα του «πρόσεχε το φως».

Να ομολογείτε την αγία αλήθεια με θάρρος και παρρησία και ν’ αρνείστε το ψέμα με πραότητα κι υπομονή.
Έτσι η αλήθεια θα βασιλέψει, όπως της αξίζει και το ψέμα θα καταισχυνθεί και θα εξαφανιστεί. Δε θα ξανασηκώσει κεφάλι με θράσος κι αναίδεια. «Αποστήτω από αδικίας πας ο ονομάζων το όνομα Κυρίου» (Β’ Τιμ. β’ 19).

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.