απολυτίκιο



ο βίος του
Τα πρώτα του χρόνια
Ο Άγιος μεγαλομάρτυρας και τροπαιοφόρος Γεώργιος είναι ένα από τα πιο λαμπρά παλικάρια του Χριστού. Βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της Εκκλησίας μας. Μπορούμε να πούμε ακόμη ότι, είναι ο πιο αγαπημένος, τιμημένος και δοξασμένος Μάρτυρας σ' ολόκληρο τον κόσμο.Ο "Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε το 280 μ.Χ. και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού του πιο άγριου και σκληρού διώκτου της Χριστιανοσύνης.
Ο πατέρας του καταγότανε από την Καππαδοκία και υπηρετούσε σαν αξιωματούχος στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Η πατρίδα της μητέρας του ήτανε ή Λύδδα της Παλαιστίνης.Ενώ ο Γεώργιος ήτανε πολύ μικρός ακόμη, πέθανε ο πατέρας του.
Τότε η μητέρα του τον πήγε στην ιδιαιτέρα της πατρίδα,την Λύδδα. Εκεί ασχολήθηκε σο6αρά με την ανατροφή του παιδιού της. Του έμαθε τις μεγάλες και ακατάλυτες αλήθειες της Χριστιανικής θρησκείας και του φώτισε την καρδιά και τον νου με το φως των λόγων του Ευαγγελίου. Του φύτεψε μεγάλη και σταθερή αγάπη για τον Χριστό και την Χριστιανοσύνη.Τα αστραποβόλα έξυπνα μάτια του μικρού Γεωργίου παρακολουθούσαν με ιερή συγκίνηση την μητέρα του, όταν του διηγότανε ηρωικές πράξεις των Μαρτύρων του Ιησού. Η καρδιά του τότε γέμιζε από συμπάθεια και αγάπη, για τους γενναίους αθλητάς της πίστεως. Πόσο θάθελε κι' αυτός να τους μιμηθεί!
Έτσι καθημερινά τρεφότανε και μεγάλωνε με το μεγαλείο του χριστιανικού αγώνος.Πολύ νέος ο Γεώργιος ακολουθεί το στρατιωτικό στάδιο, σαν τον πατέρα του. Η εξυπνάδα του, η ευστροφία του, η δραστηριότητα και η πρωτοβουλία τον αναδείχνουν πολύ γρήγορα. Το όνομα του γίνεται ξακουστό. Όλοι οι αξιωματούχοι μιλάνε γι' αυτόν και τον θαυμάζουνε. Η μια προαγωγή διαδέχεται την άλλη. Όλοι τον επαινούν και τον καμαρώνουν. Όλοι κοιτάζουν την ζηλευτή ομορφιά του, τα χρυσά νειάτα και την παλληκαριά του. Γρήγορα, λοιπόν, έφτασε πολύ ψηλά. Έγινε σε ηλικία μόλις 20 χρόνων χιλίαρχος. Γι αυτό τον λένε και «στρατηλάτη».Ποτέ όμως δεν ξέφυγε από τις χριστιανικές του αρχές. Είναι αφ' ενός τίμιος αξιωματικός, αλλά και συνεπής Χριστιανός.Ο Γεώργιος δεν παρασύρεται από τα μάταια του κόσμου τούτου. Δεν παρασύρεται από το μεγάλο αξίωμα, που πήρε τόσο νέος. Και τούτο, γιατί είναι χριστιανός. Μένει απλός, γλυκύς και καταδεκτικός. Βοηθεί τους αδυνάτους. Δίνει κουράγιο στους απελπισμένους και δείχνει στοργή σε όλους.

Υπερασπίζεται την χριστιανική Πίστη
Ήρθανε όμως και δύσκολες μέρες για την Χριστιανοσύνη. Ο Διοκλητιανός γεμάτος μίσος, για τους οπαδούς του Ναζωραίου, κήρυξε άγριο διωγμό κατά των χριστιανών.Έστειλε, λοιπόν, διαταγές, σ' όλο το Ρωμαϊκό Κράτος, στις οποίες έλεγε να συλλαμβάνονται όλοι οι χριστιανοί. Και όσοι δεν θυσιάζουνε στα είδωλα να θανατώνονται.
Αίμα άφθονο κύλησε τότε. Κορμιά γενναίων μαρτύρων γεμίζουν τις πλατείες και τους δρόμους. Η αγωνιζομένη χριστιανοσύνη αιμορραγούσε. Τότε ο Γεώργιος δεν συμφώνησε. Τις διαταγές του αυτοκράτορα δεν τις εξετέλεσε στην Επαρχία του.Εν τω μεταξύ αναφορές πολλών αξιωματικών και ηγεμόνων προς τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό λέγανε, ότι η Ανατολή είχε μεγάλο κύμα χριστιανών.Ο Διοκλητιανός, μόλις πήρε τις ανησυχητικές αυτές αναφορές, ρώτησε το μαντείο του Απόλλωνος, τι να κάνει. Το μαντείο όμως τον μπέρδεψε περισσότερο. Του απάντησε ως εξής:
— Οι δίκαιοι της γης μ' εμποδίζουν να πω την αλήθεια!
— Ποιοι είναι οι δίκαιοι της γης; κραυγάζει τότε οργισμένος ο αυτοκράτορας. Ένας υπηρέτης του μαντείου του λέγει:
— Δίκαιοι, βασιλεύ, είναι οι χριστιανοί!...
Θόλωσαν τότε τα μάτια του αιμοβόρου άρχοντα. Έξαλλος από κακία αποφασίζει να τους εξολοθρεύσει όλους από την βασιλεία του.Βγάζει νέες εγκληματικές και φαρμακερές διαταγές. Τρόμος, φόβος και σφαγή συγκλονίζουν όλη την Ανατολή και πιο πολύ την Νικομήδεια, όπου είχε την έδρα του ο αυτοκράτορας.Ο χιλίαρχος Γεώργιος δεν εκτελεί και πάλι τις διαταγές του αυτοκράτορα. Δεν συλλαμβάνει κανένα χριστιανό. Και όχι μονάχα αυτό, αλλά αποφασίζει να συγκρουσθεί με τον Διοκλητιανό. Πουλάει πρώτα την περιουσία του και την μοιράζει στους φτωχούς χριστιανούς.
Έπειτα, όταν μια μέρα ο Διοκλητιανός είχε συγκεντρώσει τους αξιωματούχους του και έδινε οδηγίες, για την εξολόθρευση των χριστιανών, ο Γεώργιος μπαίνει μέσα στην αίθουσα των επισήμων με θάρρος και λέει στον Βασιλέα:
— Είναι φο6ερό, βασιλιά, αυτό που κάνετε. Είναι έγκλημα! Χτυπάτε τους χριστιανούς με μανία, χωρίς να σας κάνουν κανένα κακό.Και όμως αυτοί μονάχα βρίσκονται κοντά στο φως και στην αλήθεια. Παραδέξου το, βασιλιά. Δεν χρειάζεται ηρωισμός. Εκείνοι μόνον ξέρουν και γιατί ζουν και γιατί πεθαίνουν. Εσείς ζείτε στο σκοτάδι και στο έγκλημα... Εγώ νοιώθω ευτυχισμένος, από τότε που πίστεψα στο Χριστό...
Ο αυτοκράτορας έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα. Δεν περίμενε ποτέ να τ' ακούσει αυτό από ένα διαλεχτό του αξιωματικό. Στην αρχή είπε στον πρωτοσύμβουλό του Μαγνέντιο να μιλήσει αυτός. Ύστερα όμως ανέλαβε ο ίδιος ο αυτοκράτορας.
— Γενναίε μου χιλίαρχε, του είπε, είναι κρίμα, είναι ντροπή να μπαίνεις εσύ σε τέτοια πλάνη. Ξέρεις καλά, πώς δεν μπορεί ένας αξιωματικός μου να είναι χριστιανός. Ξέρεις καλά, πως όποιος σκέφτεται έτσι στο βασίλειό μου, τον περιμένει ο θάνατος.
— Δεν λογαριάζω τα αξιώματα, βασιλεύ. Δεν με συγκινούν οι δόξες και τα πλούτη... Δεν φοβάμαι το θάνατο..., είπε ο Γεώργιος.
— Γεώργιε, σκέψου τα νειάτα σου. Βρίσκεσαι πάνω στην άνοιξη της νιότης. Η ζωή σε καλεί κοντά της.Όλα μιλάνε για ευτυχία. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό. Όλα σου λένε να ζήσεις και να χαρείς. Μη σκοτώνεις με τις ανοησίες σου την λαμπρή σταδιοδρομία σου...
— Άλλη ευτυχία, εκτός από εκείνη πού χαρίζει ο Χριστός, βασιλεύ, δεν υπάρχει. Όλα τα άλλα είναι σκιά και όνειρο. Είναι ψέμα...
— Όσο πιο γρήγορα αλλάξεις μυαλό, Γεώργιε, τόσο πιο καλά θα είναι για σένα...
— Όχι, βασιλεύ, δεν θ' αλλάξω μυαλό. Δεν θ' αφήσω ποτέ την ευτυχία, για να γίνω δυστυχής. Δεν θα εγκαταλείψω το φως, για να βρω το σκοτάδι...Επεκράτησε ύστερα από αυτά, σύγχυσις και ταραχή μεταξύ των ηγεμόνων και αξιωματούχων.

Αρχίζουν τα βασανιστήρια
Πλημμυρισμένος από μίσος και παράλογη οργή τότε ο αυτοκράτορας, διέταξε να βασανίσουν σκληρά και απάνθρωπα τον Γεώργιο.Οι βασανιστές δεν χάσανε καιρό. Δέσανε αμέσως τα χέρια του και τον έβαλαν να σταθεί όρθιος στο προαύλιο του μεγάρου, εκεί που έκαναν τις συγκεντρώσεις τους οι αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας.
Έπειτα δόθηκε το σύνθημα για ν' αρχίσουν τα βασανιστήρια. Δεκάδες σουβλερά και φαρμακερά κοντάρια πετάξανε οι ακοντισταί κατ' επάνω του, για να του κατατρυπήσουν το κορμί. Τα κοντάρια όμως με τη δύναμη και την θέληση του θεού λυγίσανε, σαν να ήτανε φτιαγμένα από κερί. Άλλα από αυτά αλλάξανε δρόμο. Φύγανε μακριά από το τρυφερό κορμί του νεαρού Γεωργίου!Έπειτα πήρανε τον Γεώργιο,δεμένο πάντοτε πισθάγγονα, και τον κατεβάσανε σε μια υγρή κι' ανήλιαγη φυλακή. Τον κατε6άσανε βαθειά σ' ένα υπόγειο σκοτεινό και βρωμερό. Εκεί τον ξαπλώσανε με οργή και του δέσανε τα πόδια. Με απάνθρωπη σκληρότητα, του βάλανε κατόπιν μια μεγάλη πέτρα στο γυμνό στήθος του. Το βάρος της κοφτερής πέτρας του έκοβε τις σάρκες του και δυσκόλευε φοβερά την αναπνοή. Και το κορμί του ήτανε δεμένο σε ξύλινους πασσάλους και δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να κινηθεί.Εμεινε έτσι κάτω από τον πόνο όλη την νύχτα ο νεαρός στρατιώτης του Χριστού, Γεώργιος.
Στον φρικτό τροχό
Όταν ξημέρωσε, ο αυτοκράτορας διέταξε να τον βγάλουν από την φυλακή και να τον παρουσιάσουν μπροστά του.
Ο Διοκλητιανός κοίταξε χαιρέκακα τον νεαρό αξιωματικό του, που προτίμησε, από τα αξιώματα και τι δόξες τις προσωρινές, τον Χριστόν. Τον ρώτησε έπειτα με αγωνία:
— Πες μου, Γεώργιε, άλλαξες μυαλό; Σκέφτηκες καλύτερα; Άρχισες να μετανοείς για την πρώτη απόφασή σου ή επιμένεις ακόμη σ' αυτή;
—Όχι, βασιλιά του απάντησε σταθερά. Παραμένω πιστός στον Χριστό. Και αν με ρωτάς, νομίζοντας πως τα μικρά βασανιστήρια που μου έκανες με δειλιάσανε, σου απαντώ: Όχι! Οσαδήποτε μαρτύρια και αν μου κάνεις, οσοδήποτε κι αν υποφέρω, μένω και θα μένω σταθερός στην πίστη μου...Άγρια θύελλα απάνθρωπης οργής και σκοτεινός εγωισμός τάραξε τότε τα νεύρα του αυτοκράτορα. Σηκώθηκε αγριεμένος και τρέμοντας από θυμό φώναξε:
— Μη στέκεστε. Ετοιμάστε τον τροχό. Δέστε τον κι' αρχίστε τις στροφές...
Οι στρατιώτες φοβισμένοι από τον έξαλλο τόνο της φωνής του Διοκλητιανού, φέρανε απέναντι τους τον τροχό του μαρτυρίου. Πάνω σε εκείνο τον τροχό στήσανε ένα τραπέζι με κοφτερές λεπίδες και με άγκιστρα. Ήτανε δε αυτά έτσι τοποθετημένα, ώστε καθώς φέρανε στροφή τον τροχό, πάνω στον οποίο ήτανε δεμένος ο Γεώργιος, οι λεπίδες και τ' άγκιστρα του κόβανε και του σχίζανε τις σάρκες. Τι τρομερό, τι σατανικό όργανο βασανισμού των Μαρτύρων! Ο Γεώργιος πονούσε και υπέφερε φοβερά. Οι πληγές που ανοίγανε τον συνταράζανε. Εκείνος όμως συνεχώς προσευχότανε. Παρακαλούσε τον θεό να του δώσει δύναμη να αγωνισθεί νικηφόρα. Στην αρχή η προσευχή ήτανε ακουστή απ' όλους. Έπειτα γινότανε ψιθυριστή, διότι ο Άγιος σιγά σιγά έχανε τις σωματικές του δυνάμεις.
Ο Διοκλητιανός παρακολουθούσε με θηρωδία τον Άγιο στο βασανιστήριο και ειρωνευόταν την ανδρεία του λέγοντας: Πού είναι ο θεός σου, Γεώργιε; Γιατί δεν έρχεται να σε βοηθήσει, αλλά σε αφήνει να τυραννείσαι έτσι;
Έπειτα σηκώθηκε ο αιμοβόρος βασιλεύς και προχώρησε προς τον ναό του ψεύτικου θεού Απόλλωνος να θυσιάσει στα είδωλα.Την ίδια στιγμή, κι' ενώ ο Διοκλητιανός δεν είχε φύγει μακριά από τον τόπο του μαρτυρίου του Άγιου, βαρειά και μαύρα σύννεφα σκεπάσανε τον ουρανό. Αρχίσανε βροντές. Αστραπές αυλακώσανε τα σύννεφα. Έπειτα ακούστηκε μία θεική φωνή από τον ουρανό, που έλεγε:
— Γεώργιε, μη φοβάσαι. Είμαι μαζί σου. Σε παρακολουθώ που υπομένεις με πίστη και ανδρεία...
— Ακολούθησε για λίγο γαλήνια σιγή. Ξαφνικά διαλυθήκανε τα μαύρα σύννεφα. Ξαστέρωσε ο ουρανός και, ώ του θαύματος! Ο Γεώργιος βρέθηκε όρθιος, λυμένος από τον τροχό. Άγγελος Κυρίου τον ελευθέρωσε από εκεί. Οι παρευρεθέντες κοντά στον τόπο του μαρτυρίου, μόλις είδανε το θαύμα αυτό, τα χάσανε. Πιστέψανε κι' αυτοί στο Χριστό, που έδειχνε τη δύναμή Του τόσο φανερά.Τον πήρανε έπειτα από το χέρι οι στρατιώτες και βασανιστές με σεβασμό και φόβο και τον παρουσιάσανε μπροστά στον βασιλέα, κοντά στον βωμό, που ήτανε έτοιμος να θυσιάσει στα είδωλα. Μόλις εκείνος τον βλέπει ελευθερωμένο από τον τροχό εξαγριώνεται. Φωτιές πετούν τα μάτια του. Τα χείλη του τρέμουν. Είναι έτοιμα να ξεράσουν βρισιές. Άλλά ο Γεώργιος τον προλαβαίνει και του λέγει:
— Με παρέδωσες στο θάνατο, βασιλεύ, αλλά ο θεός, ο Βασιλεύς των ουρανών, μ' ελευθέρωσε. Δεν είναι ψέματα. Αυτός είναι αληθινός θεός. Προσκυνήστε Τον και σεις όλοι. Πάψτε να γονατίζετε στα είδωλα.Ο Διοκλητιανός έξαλλος φωνάζει:
— Πρωτολέοντα, Ανατόλιε γενναίοι μου χιλίαρχοι, διαλεχτοί αξιωματικοί μου, πιάστε τον. Δέστε τον... Τι με κοιτάζετε; Σάς διατάζω. Είμαι ο αυτοκράτορας!...Οι στρατηλάτες, όμως δεν υπακούνε στη διαταγή του Διοκλητιανού. Και, όχι μονάχα αυτό, αλλά το θαύμα που είδανε προηγουμένως και η ουράνια φωνή, που ακούσανε, τους κάνανε να πιστέψουνε στον θεό του Γεωργίου.Εκεί, λοιπόν,που ο αυτοκράτορας περίμενε να εκτελέσουν οι στρατηλάτες την διαταγή του, τους είδε γεμάτος έκπληξη και απορία, να πετούνε τους στρατιωτικούς ζωστήρες και τα ξίφη τους στα πόδια του. Αυτό ήτανε σημείον, πως αρνιόνταν να ανήκουν πια στο στρατό του.
— Και μεις πιστεύουμε στο Χριστό, φωνάξανε με θάρρος.
Αίμα Μαρτύρων
θάνατος! θάνατος! σας περιμένει όλους, κραυγάζει τότε έξαλλος ο Διοκλητιανός. Δεν προλα6αίνει όμως να σκεφτεί και ν' αποφασίσει πως να τους θανατώσει, και την ϊδια στιγμή παρουσιάζονται μπροστά του στρατιώτες λαχανιασμένοι, που του λένε κι' άλλα συνταρακτικά νέα:
— Βασιλεύ, του λέγουν, στους στρατιώτες γίνεται χαλασμός. Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώτες αφήνουν τους θεούς σου και γίνονται χριστιανοί. Ακολουθούνε τον Γεώργιο, διότι άλλοι είδανε το θαύμα κι' άλλοι ακούσανε γι' αυτό...
— Να συλληφθούν αμέσως όλοι κραυγάζει,ο Διοκλητιανός. Να μου τους φέρετε όλους δεμένους, θα τους πνίξω στο αίμα...Και πράγματι, η σφαγή που ακολούθησε ήτανε φο6ερή. Ό Ανατολίας και ο Πρωτολέων αποκεφαλίσθηκαν λίγο έξω από την πόλη. Και πολλοί άλλοι βρήκανε μαρτυρικό τέλος. Μεταξύ αυτών ήτανε ο Εύσέβιος, ο Λέων, ο Λεόντιος, ο Λογγίνος, ο Βίκτωρ, ο Ζωτικός, ο Ζήνων και ο Ακίνδυνος. Όλοι τους όμως αντιμετωπίσανε τον θάνατο με ψυχραιμία και γαλήνη. Πεθάνανε λέγοντας προσευχές στο Χριστό.

Στον λάκκο με την άσβεστο
Εν τω μεταξύ φόβος και τρόμος έπιασε τον Διοκλητιανό. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν ήξερε πώς να εξοντώσει τους χριστιανούς, που πλήθαιναν καθημερινώς. Φοβότανε ακόμη τον Άγιο Γεώργιο. Όσο εκείνος ήτανε ζωντανός, πολλοί χριστιανοί ακολουθούσανε το παράδειγμα του. Γι' αυτό διέταξε να θανατωθεί.Πήρανε, λοιπόν, το άλλο πρωί τον Μεγαλομάρτυρα οι στρατιώτες του Διοκλητιανού και τον πήγανε λίγο έξω από την πόλη.Εκεί ήτανε ένας τεράστιος λάκκος με ασβέστη. Είχανε ρίξει μέσα στο λάκκο αυτό άφθονο νερό και η άσβεστος κόχλαζε. Μέσα στο λάκκο εκείνο πετάξανε οι ειδωλολάτρες στρατιώτες τον Άγιο και τον αφήσανε επί τρεις μέρες και νύχτες.
Την τρίτη μέρα διέταξε ο αυτοκράτορας να σκάψουν στο λάκκο και να βρούνε ό,τι απόμεινε από το κορμί του Αγίου. Διέταξε ακόμη να εξαφανίσουν τα υπολείμματα από το σώμα του, για να μη τα βρούνε οι χριστιανοί. Γιατί μ' αυτά θα θέριευε πιο πολύ η πίστη τους.
Στρατιώτες, λοιπόν, πολλοί και πλήθος κόσμου βγήκανε την τρίτη μέρα έξω από την πόλη, για να δούνε το σώμα του Αγίου και να εκτελέσουν την διαταγή του αυτοκράτορα. Οι ειδωλολάτρες γελούσανε ανόητα και κοροιδεύανε τους χριστιανούς και τους αγώνες τους. "Όταν όμως φτάσανε στον λάκκο της ασβέστου, οι συζητήσεις και τα χάχανα σταματήσανε. Κοιτάξανε όλοι τους με απορία τους στρατιώτες, που αρχίσανε να σκάβουνε στο μέρος, που είχανε πετάξει τον Μεγαλομάρτυρα. Ξαφνικά βλέπουνε τον Άγιο να βγαίνει από το λάκκο σώος κι' αβλαβείς. Η φοβερή φωτιά της άσβεστου, με την δύναμη του θεού, δεν τον είχε πειράξει καθόλου. 'Όλοι τότε τα χάσανε. Το θαύμα είναι ολοφάνερο! Πολλοί φωνάζανε:
— Ο θεός του Γεωργίου είναι αληθινός! Είναι θαυματουργός!
Τον παρουσιάζουνε έπειτα στον αυτοκράτορα και του λένε τα καθέκαστα. Η καρδιά όμως του Διοκλητιανού είναι σκλαβωμένη στο σατανά και η ψυχή του πνίγεται στην αμαρτία. Αντί λοιπόν να συγκινηθεί και να πιστέψει κι' αυτός στο Χριστό, λέγει στον Μεγαλομάρτυρα:
— Πες μου, Γεώργιε, που έμαθες την τέχνη της μαγείας; Φανέρωσε μας την τέχνη σου και πάψε να μας λες, πως τάχα είσαι χριστιανός και θαυματουργεί ο θεός σου...
— Εγώ, βασιλεύ, είπε ο Άγιος, νόμιζα, ότι αυτό το θαύμα του Χριστού, με το οποίο σώθηκα από το καμίνι της ασβέστου, θα σε έκανε να ιδείς την αλήθεια. Δυστυχώς όμως είσαι δεμένος στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας και ονομάζεις έργα μαγείας τα ολοφάνερα και εξαίσια θαύματα του Χριστού.
Τα πυρακτωμένα υποδήματα
Ο Διοκλητιανός όμως ούτε ακούει, ούτε βλέπει, ούτε συγκινείται από αυτά. Είναι ένας πορωμένος χριστιανομάχος. Αντί λοιπόν άλλης συζητήσεως με τον "Άγιο, τον βάζει σε νέο φρικτό μαρτύριο.
Διατάζει να του φορέσουνε σιδερένια υποδήματα, αφού πρώτα τα βάλουνε στη φωτιά και καούνε, μέχρις ότου κοκκινίσει το μέταλλο. Τα παπούτσια εκείνα είχανε μέσα και καρφιά όρθια. Μόλις, λοιπόν, κοκκινίσανε τα μετάλλινα παπούτσια, οι βασανισταί του τα φέρανε μπροστά να τα φορέσει. Εκείνος έκανε τον Σταυρό του και προσευχόμενος τα φόρεσε. Οι ειδωλολάτρες τον σπρώχνανε και του φωνάζανε να τρέχει, ενώ ο αυτοκράτορας γελούσε και κάγχαζε. Το μαρτύριο αυτό κράτησε πολύ. Αλλά τον Άγιο τον φύλαξε ο θεός.
Έπειτα, με φορεμένα αυτά τα φοβερά υποδήματα, τον κλείσανε σε ένα υγρό κι' απαίσιο κελί. Εκεί έμεινε όλη την νύχτα και προσευχότανε:
— Κύριε, έλεγε, βοήθησέ με. Τώρα, που οι πόνοι μου με σπαράζουνε, τώρα που τάραζονται οι σάρκες και τα κόκκαλά μου και οι εχθροί μου πληθύνονται, έχω πιο πολύ την ανάγκη της βοηθείας Σου... Έλεγε ψαλμούς από το ψαλτήρι της Εκκλησίας, που τους ήξερε απ' έξω.
Όταν ξημέρωσε είδε μ' έκπληξη, ότι δεν υπήρχε καμία πληγή στα πόδια του. Εν τω μεταξύ ο βασιλεύς, που νόμιζε, ότι ύστερα από αυτό το μαρτύριο, που πέρασε ο Άγιος, δεν θα μπορούσε διόλου να βαδίζει, διέταξε να τον φέρουνε μπροστά του, έστω και φορτωμένο στους ώμους των στρατιωτών. Όταν όμως τον βλέπει να βαδίζει κανονικά, σαν να μη είχε συμβεί τίποτε, γεμάτος απορία και κακία τον ρωτάει:
— Έμεινες, λοιπόν, ευχαριστημένος από τα υποδήματα; Σου κάνανε καλό; Σου φέρανε χαρά;
— Ναι βασιλεύ! Είπε ο "Άγιος.
— Άφησε, Γεώργιε, την μαγική σου τέχνη. Πάψε να ξεγελάς τον εαυτόν σου και τους άλλους με αυτές τις ανοησίες.
— Ανόητος είσαι συ, βασιλεύ! Είπε τότε ο Μεγαλομάρτυς στον Διοκλητιανό. Και συνέχισε:
— Σου μιλάω έτσι, διότι βλέπω, ότι ονομάζεις την δύναμη του θεού μαγική τέχνη.
Ραβδίζεται φοβερά
Ταράζεται τότε από οργή ο αυτοκράτορας. Πρώτη φορά βλέπει ένα αξιωματούχο του να τον κρίνει τόσο αυστηρά. Για να ικανοποιήσει τον βάρβαρο εγωισμό του, διατάζει ουρλιάζοντας να μαστιγώσουν ανελέητα τον Μεγαλομάρτυρα.Το μαρτύριο των ραβδισμών είναι φοβερό. Οι βασανιστές κτυπούν τον αθλητή του Χριστού, χωρίς λύπη. Κρατούνε στα χέρια τους νεύρα βοδιών (βούνευρα) και μ' αυτό οργώνουν το νεανικό κορμί του Αγίου. Ο ένας σταματάει, ο άλλος αρχίζει... Ανοίγουν πληγές στη ράχη και στην κοιλιά του μάρτυρος. Το στήθος του γίνεται κόκκινο από το αίμα. Οι πόνοι είναι μεγάλοι κι' αβάσταχτοι. Αλλά η αγάπη για τον Χριστό είναι μεγαλύτερη.. Κι' έτσι ο Άγιος υποφέρει γι' αυτόν τα πάντα. Και πάνω στην φρίκη των πόνων όλοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Αγίου ένα γλυκό φως, μια λάμψη παράξενη, μια ευτυχία, που κανείς δεν μπορούσε να τα εξηγήσει.Μόνο ο Διοκλητιανός ο ξεροκέφαλος και πιο αιμοδιψής τύραννος συνέχιζε να λέγει, ότι ο Γεώργιος τα κάνει όλα αυτά με την δύναμη της μαγικής τέχνης.
Ο μάγος Αθανάσιος
Τότε ο επίτροπος, ο πρωτοσύμβουλος του αυτοκράτορας, ο οποίος ονομαζότανε Μαγνέντιος, του είπε:
— Μη στεναχωρείσαι, βασιλεύ. Στην πόλη μας βρίσκεται ο μεγαλύτερος μάγος της αυτοκρατορίας σου. Είναι ο μεγάλος μάγος Αθανάσιος. Αυτός ξέρει όλη την μαγική τέχνη. Να τον καλέσεις, λοιπόν, κι' αυτός αμέσως θα νικήσει την τέχνη του Γεωργίου. Καλέσανε τότε τον μεγάλο μάγο Αθανάσιο στ' ανάκτορα του Διοκλητιανού. Ο αυτοκράτορας είπε τότε στον μάγο την περίπτωση του Μεγαλομάρτυρα και κατέληξε με τούτα τα λόγια:
— Ο Γεώργιος με την τέχνη του, μας έκανε τέρατα και σημεία, όπως ξέρεις και όπως όπως όλοι το ξέρουν. Τώρα το πως τα έκανε όλα αυτά, μονάχα εσύ μπορείς να γνωρίζεις και οι μάγοι που είναι, σαν κι' εσένα. Με μαγείες, λοιπόν, και συ, σε παρακαλώ, να τον κάνεις να γονατίσει στις διαταγές μου ή διαφορετικά να προετοιμάσεις κανένα δηλητήριο, ώστε να θανατωθεί μ' αυτό...
— Αύριο, βασιλεύ, θα μπορώ να σου δείξω την δύναμή μου, είπε ο μάγος. Κάνε μόνο υπομονή για τη νύχτα...
Ο μάγος, λοιπόν, έφυγε για το μαγικό του εργαστήριο, ενώ ο Άγιος κλείστηκε στη φυλακή, όπου φρουρούσαν διπλοφρουροί. Την άλλη μέρα, σχεδόν ξημερώματα, έφτασε ο μάγος στο αυτοκρατορικό παλάτι, φέρνοντας μαζί του δυο πήλινα αγγεία γεμάτα δηλητήριο. Όταν συνάντησε στο προαύλιο τον βασιλέα, του είπε εγωιστικά:
— Διάταξε, Βασιλεύ, να φέρουν εδώ μπροστά σου τον κατάδικο Γεώργιο και θα ιδείς την δύναμη των μεγάλων θεών. Όπως βλέπεις, Βασιλεύ, έχω εδώ δύο πήλινα αγγεία. Στο ένα έχω τέτοιο μαγικό δηλητήριο, που μόλις το πιει θα χάσει τα λογικά του και χωρίς καμμιά αντίρρηση θα εκτελεί τις διαταγές σου. Στο άλλο δοχείο, που κρατώ στο δεξί μου χέρι, έχω δηλητήριο θανάτου. Μόλις πιει απ' αυτό θα πεθάνει.
Ο Διοκλητιανός δεν χάνει καιρό. Διατάζει και φέρουν μπροστά του τον Άγιο αμέσως.
Τώρα του λέγει ο αυτοκράτορας δεν θα πιάνουν πια τα μάγια σου, Γεώργιε!
Ο γενναίος μάρτυρας μένει αμίλητος. Τότε ο Διοκλητιανός κάνει νόημα στο μάγο να δώσει στον Γεώργιο από το φάρμακο, που χάνονται τα λογικά και συγχρόνως διατάζει τον Άγιο να το πιει. Εκείνος προσεύχεται και το πίνει με θάρρος.Περιμένει ο αυτοκράτορας. Δεν παθαίνει όμως τίποτε ο Γεώργιος. Πλημμυρίζει από αγωνία ο αυτοκράτορας. Τον πνίγει ο εγωισμός. Τυφλωμένος τώρα από την κακία του, διατάζει τον μάγο Αθανάσιο να δώσει στον "Άγιο και το άλλο φάρμακο, το δηλητήριο του θανάτου. Το πίνει κι' αυτό ο Μεγαλομάρτυρας, χωρίς να πάθει και πάλι τίποτε. Περνάει αρκετή ώρα σιγής.Ο μάγος Αθανάσιος, που ήξερε την δύναμη των δηλητηρίων του τα χάνει. Δεν ξέρει ποια δύναμη προστατεύει τον Γεώργιο. Το πλήθος, που βλέπει τα όσα συμβαίνουν, μένει κατάπληκτο. Και ξαφινκά ο αυτοκράτορας ξεσπάει μ' αυτά τα λόγια:
— Ο τέχνες σου οι μαγικές, Γεώργιε, μας σαλεύουνε τα μυαλά. Πες μας, λοιπόν, μέχρι πότε θα μας βασανίζεις; Μέχρι πότε θα μας κρύβεις την αλήθεια;
— Καταλαβαίνω την απορία σου, βασιλεύ, είπε ο Γεώργιος. Αλλά δεν θα σου κρύψω την αλήθεια. Σου λέγω, λοιπόν και πάλι, ότι δεν με προστατεύει η μαγική τέχνη, όπως εσύ λες, αλλά η δύναμη του Χριστού, του θεού μου, τον Όποίον εγώ πιστεύω. Ό θεός των Χριστιανών είναι θεός ζωής και αναστάσεως... Είναι θεός θαυμάτων. Αρκεί να υπάρχει η πίστη.

Ο Άγιος ανασταίνει νεκρό
Έγινε έπειτα μεγάλη συζήτηση, για την ανάσταση των νεκρών. Ο μάγος 'Αθανάσιος, όταν άκουσε για αναστάσεις, γέλασε ειρωνικά και είπε:
— Εμείς, βασιλεύ, χρόνια ολόκληρα ασχολούμεθα με την μαγική τέχνη, αλλά ανάστασεις νεκρών δεν μπορούμε να κάνωμε. Αν, λοιπόν, τώρα αυτός εδώ ο Χριστιανός μπορέσει ν' αναστήσει νεκρό, τότε δεν μπορώ, παρά να ειπώ, ότι μεγάλο θεό πιστεύει και προσκυνάει... Την ίδια στιγμή πετάχτηκε ο πρωτοσύμβουλος του Βασιλέως Μαγνέντιος και είπε, γελώντας ειρωνικά:
— Γεώργιε, αν θέλεις να πιστέψουμε στην θρησκεία σου, ανάστησε έναν από τους νεκρούς αυτούς χριστιανούς, που είναι εδώ κοντά και που τιμωρήθηκαν οι ανόητοι με θάνατο, για την πίστη τους...
( Πράγματι οι μάγοι μπορούν να κάνουν, με τη δύναμη του σατανά μάγια, που είναι πάντοτε για κακό. Δεν μπορούν όμως και να τα λύσουν. Δένουν, αλλά δεν λύνουν. Μπορούν να κάνουν το κακό, όχι όμως και το καλό. Μπορεί ποτέ ο αατανάς που είναι η ενσάρκωση της κακίας να κάμει καλό; Αυτό φαίνεται καθαρά στους μάγους της Αιγύπτου, επί της εποχής του Μωυσέως. Ο Μωυσής έκανε τη ράβδο φίδι και το νερό αίμα. Όταν κάλεσεν ο Φαραώ τους μάγους, έκαναν και εκείνοι το ίδιο, τη ράβδο φίδι και το νερό αίμα. Δεν μπορούσαν όμως να τα ξαναφτιάξουν, να τα αποκαταστήσουν, να κάμουν δηλ. το φίδι ράβδο και το αίμα νερό, πράγμα που το έκανε μόνον ο Μωυσής, ο άνθρωπος του θεού με την δύναμη του θεού. Ας τα ακούσουν αυτά όσοι πηγαίνουν σε μάγους και μέντιουμ για να λυθούν από τα μάγια και όχι στην Εκκλησία, μόνην, ικανή να τα λύσει.)
Ο Άγιος δέχτηκε την πρόσκληση των απίστων, δια να πιστέψει ο λαός και δοξασθεί ο Χριστός. Προχωρεί λοιπόν προς τα λείψανα των μαρτύρων και συχρόνως προσεύχεται θερμά, φλογερά κι' ολόψυχα. Μόλις φθάνει κοντά στ' άταφα σώματα, γονατίζει και υψώνει τα μάτια του στον ουρανό. Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια του. Είναι η πιο μεγάλη στιγμή σε ένα μεγάλο αίτημα του προς τον Χριστόν: Ο Άγιος ζητεί να επιστραφεί η ψυχή ενός νεκρού, για να ντροπιασθεί έτσι η ειδωλολατρία και να Θριαμβεύσει η πίστη στο Χριστό.
Η προσευχή τελειώνει. Ο Άγιος σηκώνεται και με φωνή σταθερή μιλάει σε έναν από τους νεκρούς έτσι:
— Εις το όνομα του Χρίστου αναστήσου! Πάρε ζωή και σήκω!
Και τότε όλοι μένουν βουβοί και ξεροί... Πράγματι! ο νεκρός υπακούει και σηκώνεται. Επικρατεί σιγή για λίγο. Πολλοί σπάνε τον πάγο του τρόμου, φωνάζοντας:
— Είναι Αληθινός ο θεός των χριστιανών!
Ο Διοκλητιανός κλείνει τα μάτια του μπροστά σε αυτό το μεγαλείο και συνεχίζει να λέγει, ότι όλα είναι μαγείες.
Ο μάγος όμως Αθανάσιος καταλαβαίνει, ότι θεία δύναμη κρύβεται πίσω από τον "Άγιο. Δεν ακούει, ούτε τα λόγια του αυτοκράτορα, ούτε του Μαγνεντίου. Τρέχει και πέφτει στα πόδια του Γεωργίου, λέγοντας:
— Αληθινός είναι ο θεός σου, Γεώργιε! Συγχώρεσέ με, για ό,τι σου έφταιξα. Πιστεύω και εγώ εις τον θεόν των Χριστιανών...
θάνατος! θάνατος!
Ο Διοκλητιανός σαστίζει. Μένει για λίγο βουβός κι' αμίλητος. Τα χάνει. Δεν ξέρει τι να κάνει. Έπειτα όμως διατάζει να σιωπήσουν όλοι και όταν απλώθηκε νεκρική σιγή, φώναξε δυνατά στο πλήθος: Ο καταραμένος ο Αθανάσιος είναι μάγος και όπως καταλαβαίνετε, μας ξεγέλασε όλους. Δεν του έδωσε δηλητήρια, αλλά δυναμωτικά φάρμακα. Ψέματα είναι όλα. Όλοι θέλουνε να καταστρέψουνε το βασιλειό μου. Ζηλεύουνε την δόξα μου... Ψέματα ήτανε και η ανάσταση του νεκρού! Δεν πιστεύω τίποτε. Παντού γύρω μου βρίσκονται μάγοι και απατεώνες... Εγώ όμως δεν θα
σταυρώσω τα χέρια. Δεν θα τους αφήσω να με ξεγελούν. Αυτή τη στιγμή κιόλας παίρνω την μεγάλη απόφαση...
θάνατος στους χριστιανούς! θάνατος στον αναστημένο! θάνατος στον μάγο Αθανάσιο! θέλω αίμα. Διψώ για αίμα χριστιανών...Κάνει σαν τρελλός.Σαν άγριος σίφουνας ορμήσανε έπειτα οι στρατιώτες του Διοκλητιανοϋ μέσα στο πλήθος. Αρπάξανε σαν ανήμερα θηρία τον μάγο Αθανάσιο και τον αναστημένο νεκρό και τους σκοτώσανε. Και έτσι αυτός ο καλότυχος έγινε δυο φορές μάρτυρας. Έπειτα σύρανε βάρβαρα τον Μεγαλομάρτυρα στην φυλακή και τον δέσανε εκεί σ' ένα σκοτεινό θάλαμο.

Τα θαύματα συνεχίζονται
Τα θαύματα όμως του αγίου είχαν γίνει μαθευτά απ' όλους και από παντού πολλοί χριστιανοί τρέχανε στη φυλακή. Παρακαλούσανε τους δεσμοφύλακες, τους φιλοδωρούσανε και κατορθώνανε έτσι να ιδούνε το φωτεινό πρόσωπο του Μάρτυρος. Πολλοί άρρωστοι βρίσκανε την θεραπεία τους, καθώς γονατίζανε στα πόδια του Αγίου.
Μια μέρα κατώρθωσε να μπει στο κελί του Γεωργίου ένας φτωχός γεωργός, ονόματι Γλυκέριος. Λυπημένος έπεσε στα πόδια του Αγίου και άρχισε να κλαίει, λέγοντας!
— Άνθρωπε του θεού, βοήθησέ με. Είμαι φτωχός. Άκουσε τον πόνο μου. Εκεί, καθώς όργωνα την γη με τα βόδια μου, ένα από τα βόδια μου ψόφησε. Σε παρακαλώ, "Άγιε, κάνε ζωντανό το 6όδι μου να μη πεθάνει η οικογένεια μου από την πείνα, θα σ' ευγνωμονώ κι' εγώ και τα παιδιά μου...Ό Γεώργιος άκουσε με στοργή και συγκίνηση τα λόγια του γεωργού. Κατάλαβε τον πόνο του και του είπε με γλυκό χαμόγελο:
— Πήγαινε στο χωράφι σου, Γλυκέριε και θα βρεις το βόδι σου ζωντανό!
Έτρεξε τότε χαρούμενος ο γεωργός στο χωράφι του και είδε το βόδι του ζωντανό, όπως του είχε πει ο Άγιος. Δεν συνέχισε όμως το όργωμα του χωραφιού, αλλά γύρισε πάλι στην φυλακή. Ευχαρίστησε τον Γεώργιο και φώναξε από ευγνωμοσύνη προς τον θεό:
— Αλήθεια! Μεγάλος και δυνατός θεός είναι ο θεός των χριστιανών...
Δεν πρόλαβε όμως να συνεχίσει τον ύμνο της ευγνωμοσύνης του, γιατί αμέσως τον αρπάξανε οι ειδωλολάτρες αξιωματικοί και τον οδήγησαν μπροστά στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, κατηγορούμενο για την χριστιανική πίστη του. Ό θηριόψυχος αυτοκράτορας μόλις άκουσε, ότι ο Γλυκέριος είναι οπαδός του χριστιανισμού δεν ρωτάει τίποτε άλλο, αλλά διατάζει αμέσως να αποκεφαλισθεί.Εν τω μεταξύ κάποιος από τους αξιωματούχους του βασιλέως, παρουσιάζεται στον Διοκλητιανό και του λέγει, ότι πολλοί χριστανοί κατορθώνουν και επισκέπτονται τον Άγιο. Του λέγει ακόμη, ότι, αν και φυλακισμένος ο Γεώργιος, κατορθώνει να παίρνει με το μέρος του πολλούς ειδωλολάτρες και να δίνει θάρρος στους χριστιανούς.Βγάζει τότε πιο αυστηρές διαταγές ο Διοκλητιανός. Απομονώνει εντελώς τον Άγιο. Τον οδηγεί σε βαθύτερο, υγρότερο και σκοτεινότερο κελί της φυλακής. Βάζει τριπλούς και τετραπλούς σκοπούς και φύλακες στις πόρτες.Έπειτα καλεί τον πρωτοσύμβουλό του Μαγνέντιο και του λέγει:
— Μαγνέντιε, πρέπει να πάρωμε μια απόφαση για τον Γεώργιο. Εσύ τι γνώμη έχεις;
— Συμφωνώ, βασιλεύ. Πρέπει να δώσουμε τέλος σε αυτήν την ιστορία. Αύριο πρέπει να κάνουμε την τελική ανάκριση.
Το θεικό όνειρο
Την νύχτα εκείνη ο Άγιος προσευχότανε στην φυλακή συνεχώς. Αργά τα μεσάνυχτα, από την πείνα, τα μαρτύρια και την εξάντληση, αποκοιμήθηκε. Τότε βλέπει στον ύπνο του την μορφή του Χριστού. Τον είδε να σκύβει, να τον φιλεί και να του βάζει στεφάνι στο κεφάλι του, λέγοντας:
— Γεώργιε, μη φοβάσαι. Προχώρα με θάρρος. Η ώρα της αιωνίας χαράς σου πλησιάζει. Από σήμερα αξιώθηκες να βασιλεύσεις κοντά μου. Δεν θα αργήσεις. θα έλθεις γρήγορα κοντά μου. "Όλα τα αγαθά είναι έτοιμα για σένα. Σε περιμένω...Όταν ξύπνησε ο "Άγιος κατάλαβε, ότι εκείνο το όνειρο ήτανε θεικό. Ειδοποίησε,λοιπόν, τον υπηρέτη του και του είπε συγκεριμένα, ότι το τέλος του πλησιάζει. Τον παρεκάλεσε δε να φροντίσει, για το σώμα του. Του είπε να το μεταφέρει στην Παλαιστίνη, στη Λύδδα, στην πατρίδα της μητέρας του.
Ο ελιγμός του αυτοκράτορα
Όταν ξημέρωσε, ο Διοκλητιανός διέταξε να φέρουν μπροστά του τον νεαρό Μάρτυρα. Οι δεσμοφύλακες τον οδηγήσανε φρουρούμενο στ' ανάκτορα.Εκεί μόλις τον αντίκρυσε ο Διοκλητιανός και αλλάζοντας τακτική, άρχισε να του λέει:
— Βλέπεις, Γεώργιε, πόση μεγαλοψυχία έχω. Επειδή σε αγαπώ και σε εκτιμώ, επειδή αναγνωρίζω πως είσαι ένας γενναίος και καλός αξιωματικός, δεν σε θανατώνω, όπως ταιριάζει στους χριστιανούς, αλλά περιμένω να μετανοήσεις.Σου λέγω και πάλι: Είσαι γενναίος, Γεώργιε, και πρέπει να ζήσεις, για το καλό της αυτοκρατορίας μου. Μα τους θεούς, σου λέγω, ότι είμαι έτοιμος να μοιρασθώ μαζί σου και την βασιλεία μου, την απέραντη Ρωμαική αυτοκρατορία. Αλλά θυσίασε πρώτα στους θεούς! Κάνε μου τη χάρη.Ο Άγιος τον κοίταξε σκεπτικός κι' αμίλητος. Τότε ο αυτοκράτορας νόμισε, πώς άρχιζε να τον καταφέρνει και τον ρώτησε με αγωνία:
— Πες μου, λοιπόν, Γεώργιε, πες μου, παιδί μου, τι σκέφτεσαι;
— Σκέφτομαι, βασιλεύ, πως θα ήτανε καλύτερα να μπούμε στο ναό σας, για να ιδώ πρώτα τα είδωλα σας κι' έπειτα να σου απαντήσω.Γεμάτος από χαρά και ελπίδα προχώρησε ο αυτοκράτορας, μαζί με τους άρχοντες και τον κατάδικο Γεώργιο στο ναό τον Απόλλωνος, εκεί δηλ. που οι ειδωλολάτρες αξιωματούχοι προσκυνούσανε τ' άψυχα και πέτρινα αγάλματα των θεών τους.
Συντρίβει τα είδωλα
Όλοι προσμένανε μ' αγωνία να δούνε, τι θα έκανε ο Άγιος. Ξαφνικά τον βλέπουνε να τεντώνει το δεξί του χέρι προς το άγαλμα του Απόλλωνος και να λέγει:
— Είναι, ποτέ, δυνατόν να θυσιάσω εγώ ο Χριστιανός σε εσένα, άψυχο είδωλο;
Έπειτα ο Μάρτυς έκανε το Σταυρό του. Τότε το πνεύμα, που κατοικούσε στο είδωλο του Απόλλωνα, ταράχτηκε από την παρουσία του Αγίου και έβγαλε δυνατή φωνή λέγοντας:
— Δεν είμαι εγώ θεός! Κανένα είδωλο δεν είναι θεός. Μόνον Εκείνος, που κηρύττεις εσύ, είναι θεός Αληθινός. Εμείς όλοι, που κρυβόμαστε στα είδωλα, είμαστε πονηρά πνεύματα. Κοροιδεύουμε τους ανθρώπους...
— Γιατί, λοιπόν, εξακολουθείτε να μένετε εδώ, ενώ παρευρίσκομαι κι' εγώ πού είμαι δούλος του θεού; ρώτησε ο Άγιος.Ακούστηκε τότε κρότος και θόρυβος φοβερός. "Έγινε τρομακτική σύγχυση. Ακούστηκαν φωνές, κλάματα και βοητό. "Έγινε κάτι τρομακτικό. Ό ναός των ειδώλων σείστηκε συθέμελα και τα αγάλματα όλα πέσανε καταγής και γίνανε συντρίμμια. Απελπισία κι' αγανάκτηση πλημμύρισε τότε τις καρδιές του βασιλιά και των αρχόντων. Μερικοί μάλιστα ιερείς των ειδώλων επετέθησαν κατά του Αγίου με αγριότητα. Έβλεπαν οι ανόητοι τους θεούς τους να είναι σκόρπια κομμάτια στη γη και δεν ξέρανε τι να κάνουν. Πάνω στο κακό και στην οργή τους φωνάζανε:
— Σκοτώστε αυτόν τον πλάνο, προτού μας γκρεμίσει το ναό. Ακουστήκανε τότε κραυγές και βρισιές πολλές. Η βοή και ο θόρυβος έφτασε μέχρι το παλάτι. Η βασίλισσα Αλεξάνδρα, που κοιμότανε εκεί, σηκώθηκε ξαφνιασμένη. Κατάλαβε, πώς όλος εκείνος ο θόρυβος γινότανε, για τον χριστιανό Γεώργιο. Η καρδιά της εκείνη την στιγμή κτύπησε παράξενα και ψιθύρισε:
— Τόσο καιρό είμαι χριστιανή και το κρύβω. Δεν είναι σωστό. Η πίστη και η αγάπη για τον Χριστό δεν πρέπει να κρύβονται. Και λέγοντας αυτά, ντύθηκε γρήγορα, βγήκε έξω και μπερδεύτηκε μέσα στο πλήθος, φωνάζοντας:
— θεέ του Γεωργίου βοήθησέ με.. Μονάχα Εσύ είσαι Αληθινός θεός.Την ίδια στιγμή ό αυτοκράτορας γεμάτος πείσμα κατηγόρησε τον Άγιο και τον έλεγε ασεβή, διότι γκρέμισε τα είδωλα του ναού, έστω κι' αν αυτό έγινε με θαύμα.
Ο Μεγαλομάρτυς όμως ατάραχος και γαλήνιος του απαντούσε, λέγοντας:
— Είναι ντροπή, για σένα βασιλεύ, να στηρίζεσαι σε τέτοιους θεούς, όταν βλέπεις ότι οι θεοί σου αυτοί δεν μπορούνε να προστατεύσουνε ούτε τον ίδιο τον εαυτόν τους!
Κι' ενώ η συζήτηση προχωρούσε, ανάμεσα από τον βασιλέα και τον Άγιο, μπήκε η Αλεξάνδρα, η γυναίκα του Διοκλητιανού, η οποία ευχαριστούσε τον Μάρτυρα για τα θαύματά του και κατηγορούσε την πλάνη της ειδωλολατρικής θρησκείας.Ο αυτοκράτορας τα χάνει. Δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που βλέπουνε τα μάτια του.
— Πάει, ψιθυρίζει. Χάνομαι. Είμαι δυστυχής. Λερναία ύδρα γίνετα η θρησκεία αυτών των απίστων και με πνίγει. Πήρανε και την γυναίκα μου με το μέρος τους. Κι' όμως πρέπει να μείνω αλύγιστος. Ούτε σπιθαμή πίσω...
Ανάβει έπειτα το εγκληματικό του πάθος και φωνάζει τον πρωτοσύμβουλό του να συντάξει ένα τυπικό κατηγορητήριο, για την θανατική ποινή του Τροπαιοφόρου Γεωργίου και της Αλεξάνδρας. Η διαταγή εκείνη του αυτοκράτορα έλεγε τα έξης περίπου:
«Τον Χιλίαρχον Γεώργιον, χριστιανόν, ο οποίος κατεφρόνησε την βασιλικήν εξουσίαν,ύ6ρισε τους θεούς και κατέστρεψε τους ναούς των, διατάσσω ν' αποκεφαλιστεί, μαζί με την 6ασίλισσαν Αλεξάνδραν».
Η βασίλισσα Αλεξάνδρα όμως δεν πρόλαβε να μαρτυρήσει για το όνομα του Χριστού. Εκεί καθώς προσευχότανε στην φυλακή, ξεψύχησε σιωπηλά κι' ήρεμα σαν πουλάκι. Ό θεός θέλησε να της χαρίσει γλυκό ειρηνικό τέλος.
Το μαρτυρικό τέλος
Το πρωί της 23ης Απριλίου του 303 μ.Χ. οι στρατιώτες μπήκανε στο κελί του Αγίου με γυμνά ξίφη κι' άγριες μορφές. Ό μάρτυς του Χριστού κατάλαβε, πως είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή του τέλους του. Εκείνοι βλοσυροί κι' αμίλητοι τον βγάλανε έξω από την πόλη. Ανάπνευσε ευτυχισμένος το άρωμα της ανοίξεως, καθώς προχωρούσε μέσα από τις πρασινάδες και τα λουλούδια. Άφησε για στερνή φορά τα μάτια του ν' αγκαλιάσουν την όμορφη πλάση του Δημιουργού. Έπειτα ψιθύρισε:
— Τι είναι αυτά Κύριε μπροστά στον Παράδεισο. που μας περιμένει. Ας είναι δοξασμένο τ' όνομα Σου...
Όταν φθάνουν στον τόπο της εκτελέσεως ο Άγιος γονατίζει και προσεύχεται, για τους δήμιους του. Έπειτα αναφωνεί:— Θεέ μου, δέξου την ψυχή μου...Και προσθέτει κοιτάζοντας το πλήθος, που έχει συγκεντρωθεί για να ιδεί την εκτέλεσή του:— Αξίωσε, Κύριε, κι' αυτούς να σε γνωρίσουν και να πιστέψουνε στη δύναμή Σου.
Έπειτα επικρατεί νεκρική σιγή. Ο Άγιος σκύβει τον αυχένα στην δήμιο με θάρρος. Σε λίγο κόβεται η Αγία Κεφαλή και το αγνό αίμα του τρυφερού Μεγαλομάρτυρα ποτίζει το ανοιξιάτικο χορτάρι της γης...
Η ψυχή του, μαζί με το ανοιξιάτικο άρωμα, ανεβαίνει στους ουρανούς, για να χαρεί την παντοτεινή, την αιώνια, την ατέλειωτη άνοιξη της ευτυχίας του Παραδείσου.Ήτανε ο νέος αυτός, γενναίος, αλύγιστος, Μεγαλομάρτυς, Άγιος.
Μεγάλη εκδηλώθηκε η τιμή των χριστιανών προς τον Άγιο στο πέρασμα των αιώνων. Τον τιμούνε για τον ηρωισμό του και το μαρτύριο του. Τον ευλαβούνται, διότι ο θεός του έδωσε την χάρη να κάμει πολλά θαύματα. Εκείνος αγάπησε τον θεό πολύ, και ο θεός ετίμησε την πίστη του, την αρετή του, την ευσέβεια του και το μαρτύριο του. Και οι άνθρωποι με ξεχωριστό σεβασμό και συγκίνηση τον ετίμησαν, τον τιμούν και θα τον τιμούν εις αιώνας αιώνων. Η μνήμη του εορτάζεται στις 23 Απριλίου ενώ βεβαίως μεταφέρεται η εορτή για την Δευτέρα του πάσχα εάν η αρχική ημερομηνία συμπέσει στην πένθιμη περίοδο προ Πάσχα.


Απολυτίκιον. Ήχος δ'.
Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Κοντάκιον. Ήχος δ'.
Ο υψωθείς
Γεωργηθείς, υπό θεού ανεδείχθης, της ευσέβειας γεωργός τιμιώτατος, των αρετών τα δράγματα συλλέξας σεαυτώ σπείρας γαρ εν δάκρυσιν, ευφροσύνη θερίζεις· αθλήσας δε δι αίματος, τον Χριστόν εκομίσω και ταις πρεσβείαις, Άγιε, ταις σαις, πάσι παρέχεις πταισμάτων συγχώρησιν.

Μεγαλυνάρια
Τον θερμόν προστάτην και βοηθόν, τον εν κινδύνοις αντιλήπτορα ταχυνόν, των Μαρτύρων κλέος, ειδώλων καθαιρέτην, Γεώργιον τον μέγαν πάντες τιμήσωμεν.
Άστρον ανατέταλκε φαεινόν, εκ της Καππαδόκων, ο πολύαθλος του Χριστού, Μάρτυς και φωτίζει, πιστών άπαν το πλήθος, Γεώργιος ο μέγας, ον νυν γεραίρομεν.
Χαίροις Ορθόδοξων ο βοηθός χαίροις των θαυμάτων, συμπαθέστατος χορηγός χαίροις των πασχόντων τερπνή παρηγοριά, Γεώργιε τρισμάκαρ, Μαρτύρων έξαρχε.
(Αειμνήστου Αρχιμ.Χαραλ/ους Βασιλόπουλου)

0 σχόλια Blogger 0 Facebook

 
ΕΙΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ... © 2013. All Rights Reserved. Share on Themes24x7. Powered by Blogger
Top