Κάποτε τον ρώτησαν τον αββά:
-Πως μπορεί κανείς όταν τον κακολογούν και τον εξευτελίζουν να μη θυμώνει; Και αποκρίθηκε:
-Όποιος θεωρεί τον εαυτό του τιποτένιο, δεν ταράζεται, καθώς είπε και ο αββάς Ποιμήν: «Εάν εξευτελίσεις τον εαυτό σου, θα βρεις ανάπαυση».Ένας από τους αδελφούς που έμειναν μαζί μου και πήραν από μένα το μοναχικό σχήμα, μου λέει μια μέρα:
-Αββά μου, σε αγαπάω πολύ.
-Δεν βρήκα ακόμη κάποιον που να μ' αγαπάει όπως τον αγαπώ εγώ, του απάντησα.
Να, τώρα λες εσύ «σ' αγαπώ»· το πιστεύω· αν όμως γίνει κάτι πού δεν σ' αρέσει δεν θα μείνεις ο ίδιος. Ενώ εγώ ό,τι κι αν πάθω από σένα δεν μπορώ ν' απομακρυνθώ από την αγάπη σου.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και δεν ξέρω τι του συνέβη· Άρχισε να λέει πολλά εναντίον μου, ακόμη και αισχρά λόγια. Τα μάθαινα όλα κι έλεγα στον εαυτό μου:
«Είναι καυτήρας του Ιησού, που στάλθηκε για να γιατρέψει την κενόδοξη ψυχή μου. Από κάτι τέτοιους μπορεί κανείς να βγει κερδισμένος αν βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση, όπως από εκείνους πού τον επαινούν ζημιώνεται. Αυτός είναι αληθινός ευεργέτης μου»!
Έλεγα μάλιστα στους αγγελιοφόρους:
-Μόνο τα φανερά μου κακά ξέρει, κι αυτά όχι όλα, αλλά ένα μικρό μέρος. Τα κρυφά όμως είναι αναρίθμητα.
Μετά από καιρό με συναντάει στην Καισαρεία. Έρχεται κατά τη συνήθεια του, με αγκαλιάζει και με καταφιλάει κι εγώ εκείνον σαν να μη συνέβη τίποτε. (Διότι κι ενώ έλεγε όλα αυτά, όταν με συναντούσε με αγκάλιαζε μ' εγκαρδιότητα κι εγώ δεν του έδειχνα καμμιάν επιφυλακτικότητα ούτε το παραμικρό σημάδι πικρίας, αν και τα μάθαινα όλα).
Αυτή τη φορά λοιπόν πέφτει στα πόδια μου και μου λέει:
-Συγχώρεσέ με, αββά μου, για τ' όνομα του Κυρίου,διότι πολλά και φοβερά είπα εις βάρος σου.
Κι εγώ καταφιλώντας τον του απάντησα χαριεντιζόμενος:
-Θυμάται η θεοφιλία σου, πάτερ, τον λόγο που μου είπες κάποτε; Ας πληροφορηθεί λοιπόν η καρδιά σου ότι τίποτε δεν αγνοώ από όσα έχεις πει, αλλά όλα τα έμαθα και που και σε ποιους τα είπες. Δεν είπα όμως ποτέ ότι δεν είναι έτσι, ούτε με έπεισε κανείς να πω κάτι εις βάρος σου. Δεν παρέλειπα ποτέ να σε μνημονεύω στις προσευχές μου και θα σου φέρω ένα τεκμήριο αγάπης: Κάποτε πόνεσε πολύ το μάτι μου· τότε σ' έφερα στο νου μου και σταυρώνοντας το είπα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, με τις ευχές του αδελφού, θεράπευσέ με». Και αμέσως γιατρεύτηκα!
θυμήθηκε τότε ο μακάριος κάποιον αββά πραότατο, που για τη μεγάλη του αρετή και τα θαυμαστά σημεία που επιτελούσε, όλη η χώρα τον τιμούσε σαν άγγελο θεού:
Μια μέρα πήγε κάποιος παρακινημένος από τον πονηρό και τον έβρισε βαρειά μπροστά σε όλους. Ό γέροντας στεκόταν προσέχοντας τον μέσα στο στόμα και λέγοντας:
-Χάρη θεού στο στόμα σου αδελφέ.
-Ναι, φαύλε, γεροφαγά!...συνέχιζε μανιασμένος εκείνος. Αυτά τα λες για να φανείς στους άλλους πράος.
-Πράγματι, αδελφέ μου, παραδέχτηκε ο γέροντας, αυτό που λες είναι αληθινά. Μετά το επεισόδειο τον ρώτησε κάποιος:
-Δεν ταράχτηκες καθόλου καλόγερε;
-Όχι! αποκρίθηκε. Αλλά ένιωθα σαν να σκέπαζε την ψυχή μου ο θεός. Όταν ήμουν σ' ένα μοναστήρι της Τύρου πριν βγω στην έρημο μας επισκέφθηκε ένας ενάρετος γέροντας την ώρα που διαβάζαμε τα «Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων».Διαβάζοντας φθάσαμε στον ασκητή εκείνο προς τον οποίο πήγαν οι λησταί και του είπαν:
-θέλουμε όλα όσα έχεις στο κελί σου. Κι εκείνος απάντησε:
-Όσα σας φαίνονται καλά, παιδιά μου, πάρτε τα.
Τα πήραν λοιπόν όλα και έφυγαν. Άφησαν μόνο ένα σκαλιστήρι. Το παίρνει αμέσως ο γέροντας και τρέχει πίσω τους φωνάζοντας:
-Παιδιά, πάρτε αυτό πού ξεχάσατε.
Οι λησταί τότε, θαυμάζοντας την ανεξικακία του, τα επέστρεψαν όλα στο κελί του και μετανοημένοι είπαν μεταξύ τους:
-Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός είναι του θεού... Μόλις λοιπόν το διαβάσαμε αυτό, μου λέει ο επισκέπτης μας γέροντας:
-Ξέρεις, Άβα μου, αυτά το περιστατικό πολύ με ωφέλησε.
-Πώς, πάτερ; τον ρώτησα εγώ. Και μου διηγήθηκε:
-Κάποτε που έμενα στα μέρη του Ιορδάνη, τα διάβασα, θαύμασα τον γέροντα κι έλεγα:
«Κύριε, Συ που με αξίωσες να έλθω στα σχήμα των αγίων αυτών γερόντων, αξίωσέ με ν' ακολουθήσω και τα ίχνη τους».Καθώς λοιπόν είχα τούτο τον πόθο, μετά δυο μέρες φθάνουν λύστε. Μόλις χτύπησαν την πόρτα και κατάλαβα ότι ήταν λύστε, είπα: «Δόξα τω θεώ, τώρα είναι καιρός να δείξω τον καρπό του πόθου μου». Άνοιξα και τους δέχθηκα με ιλαρότητα. Άναψα ένα λυχνάρι και άρχισα να τους δείχνω τα πράγματα λέγοντας:
-Μην ανησυχείτε. Πιστεύω ότι με τη χάρη του Κυρίου δεν θα σας κρύψω τίποτε.
-Έχεις χρυσάφι; με ρωτούν.
-Ναι, έχω τρία νομίσματα.
Και άνοιξα μπροστά τους ένα κουτί. Τα πήραν κι έφυγαν με ειρήνη.
Τότε εγώ συνεχίζει ο Αββάς Ζωσιμάς αστειευόμενος του είπα:
-Γύρισαν, όπως και στον γέροντα; Μου απαντάει αμέσως:
-Ο θεός να μην το δώσει, γιατί εγώ δεν ήθελα να επιστρέψουν. Ο μακάριος Σέργιος μου διηγήθηκε τα εξής: Βαδίζαμε κάποτε μ' έναν άγιο γέροντα και χάσαμε τον δρόμο. Χωρίς να ξέρουμε που πάμε, βρεθήκαμε σ' ένα σπαρμένο χωράφι και πατήσαμε κατά λάθος λίγα σπαρτά. Μόλις μας αντιλήφθηκε ο γεωργός, οργίσθηκε πολύ κι άρχισε να μας βρίζει:
-Μοναχοί είστε σεις; Αν φοβόσαστε τον θεό, δεν θα το κάνατε αυτά! Τότε μας λέει ο άγιος:
-Για το όνομα του Κυρίου, μη μιλήσει κανείς. Και είπε στον γεωργό με πραότητα:
-Καλά λες παιδί μου! Αν είχαμε φόβο θεού, δεν θα το κάναμε.
Εκείνος όμως συνέχισε να βρίζει αγριεμένος.
Ο γέροντας πάλι παραδέχθηκε: -Έχεις δίκιο· αν είμαστε πραγματικοί μοναχοί, δεν θα σου κάναμε τέτοια ζημιά! Αλλά, για τον Κύριο, συγχώρεσέ μας, σε παρακαλούμε, που αμαρτήσαμε.
Έκπληκτος τότε πια εκείνος ρίχνεται στα πόδια του γέροντα λέγοντας:
-Συγχώρεσέ με συ, αββά, για τον Κύριο, και πάρε με μαζί σου. Και ο μακάριος Σέργιος με βεβαίωσε:
-Πραγματικά μας ακολούθησε κι έλαβε το μοναχικό σχήμα.
Και τόνιζε ο αββάς Ζωσιμάς:
Να τι κατόρθωσε μετά τον θεό η πραότητα και η ειλικρινής ομολογία του αγίου: Να σώσει ψυχή πλασμένη «κατ' εικόνα» θεού, που την προτιμάει ο Κύριος περισσότερο από μύριους κόσμους με όλα τα αγαθά τους!...*
Μου διηγήθηκε ένας αγαπητός αδελφός τα ακόλουθα:
Είχαμε πολλή αγάπη με κάποιο διάκο της λαύρας του αββά Γερασίμου στον Ιορδάνη. Κάποτε όμως, χωρίς να ξέρω για ποιο λόγο, άρχισε να μου φέρεται ψυχρά. Τον ρώτησα να μάθω την αιτία και μου είπε· «αυτό κι αυτό έκανες». Εγώ τον βεβαίωνα ότι δεν συνέβη τίποτε τέτοιο, μα εκείνος μου απάντησε:
-Συγχώρεσέ με, αλλά δεν πείθομαι ότι είναι έτσι που τα λες.
Γυρίζοντας στα κελί μου άρχισα να ερευνώ τη συνείδηση μου, αν είχα κάνει κάτι τέτοιο, αλλά δεν εύρισκα.
Η ψυχρότητα όμως με τον διάκο συνεχιζόταν. Τότε θυμήθηκα τα λόγια των αγίων Πατέρων και στρέφοντας
λίγο τον λογισμό μου λέω στον εαυτό μου:
«Ο διάκονος με αγαπάει γνήσια και γι' αυτά πήρε το θάρρος να μου φανερώσει ό,τι είχε η καρδιά του για μένα, ώστε να μην τα ξανακάνω. Αλλά εσύ άθλια ψυχή λες· «δεν το έκανα αυτό». Μύρια κακά έχεις διαπράξει και τα έχεις λησμονήσει. Που είναι όσα έκανες χθες ή πριν δέκα μέρες; Τα θυμάσαι; Κι αυτό λοιπόν το έκανες, όπως κι εκείνα, και το ξέχασες, όπως κι εκείνα».
Με τέτοιο λογισμό σηκώθηκα και πήγα να του βάλω μετάνοια. Χτύπησα την πόρτα. Μόλις όμως άνοιξε, μου έβαλε πρώτος εκείνος μετάνοια λέγοντας:
-Συγχώρεσέ με, αδελφέ, γιατί με εξαπάτησαν οι δαίμονες και σε υποψιάσθηκα άδικα για κείνη την περίπτωση. Με πληροφόρησε όμως ο θεός ότι πραγματικά εσύ ήσουν αθώος.
Και δεν με άφησε να του πω τίποτε, επιμένοντας ότι δεν υπάρχει πια λόγος.
θαύμαζε την ευσπλαγχνία των αγίων ακόμη και σ' όσους τους αδικούσαν και διηγήθηκε το ακόλουθο διδακτικό γεγονός, όπως του το περιέγραψε κάποιος ηγούμενος:
Κοντά στα κοινόβιο μας ασκήτευε ένας γέροντας με αγαθότατη ψυχή. Μια φορά που απουσίασε, κάποιος γείτονας του μοναχός πήγε στο κελί του και του πήρε όλα τα σκεύη και τα βιβλία. Όταν γύρισε ο γέροντας και δεν βρήκε τα πράγματα του, πήγε ανυποψίαστος να το πει στον αδελφό. Βρίσκει λοιπόν εκεί όλα τα σκεύη του μέσ' στη μέση, γιατί ο άλλος δεν είχε προλάβει να τα κρύψει.
Ο γέροντας μη θέλοντας να τον ντροπιάσει ούτε να τον ελέγξει, προσποιήθηκε αμέσως ότι τον πόνεσε η κοιλιά και βγήκε γρήγορα στο αναγκαίο, ώσπου να κρύψει ο αδελφός τα σκεύη. Όταν επέστρεψε ο γέροντας, άρχισε να συζητάει για άλλα θέματα και για την κλοπή δεν του ανέφερε τίποτε.
Μετά από λίγες μέρες όμως άλλοι αναγνώρισαν τα κλεμμένα σκεύη κι έβαλαν τον κλέφτη φυλακή, χωρίς να τα μάθει ο ίδιος ο γέροντας. Όταν αργότερα πληροφορήθηκε ότι ο αδελφός είναι στη φυλακή, λυπήθηκε πολύ δεν ήξερε όμως για ποιαν αιτία φυλακίσθηκε. Ήρθε λοιπόν σε μένα συνεχίζει ο ηγούμενος και μου λέει:
-Κάνε αγάπη, αββά, δος μου λίγα αυγά και λίγο άσπρο ψωμί.
-Ασφαλώς θα έχεις κάποιο φιλοξενούμενο σήμερα, του είπα.
-Ναι, μου απάντησε.
Στην πραγματικότητα τα ήθελε για να τα πάει στη φυλακή και να παρηγορήσει λίγο τον αδελφό. Μόλις τον είδε εκείνος, πέφτει στα πόδια του λέγοντας:
-Για σένα είμαι εδώ, αββά, γιατί εγώ έκλεψα τα πράγματα σου. Αλλά να, τα βιβλίο σου είναι στον τάδε, το ιμάτιό σου στον δείνα...
-Ας πληροφορηθεί η καρδιά σου, τέκνο, του είπε ο γέροντας, ότι δεν ήρθα εδώ γι' αυτό, ούτε έμαθα ολότελα ότι είσαι στη φυλακή εξ αίτιας μου, αλλά όταν άκουσα πως είσαι εδώ, λυπήθηκα και ήρθα να σε παρηγορήσω
-Να, δες και τ' αυγά και το ψωμί τώρα όμως που το μαθαίνω, θα κάνω τα παν, ώσπου να σε βγάλω απ' τη φυλακή. Πράγματι πήγε και παρακάλεσε μερικούς μεγάλους που τους ήταν γνωστός για την αρετή του κι αυτοί
έστειλαν και τον ελευθέρωσαν.Είχαν να λένε πάλι για τον ίδιο γέροντα ότι πήγε κάποτε στην αγορά και αγόρασε ένα ιμάτιο. Έδωσε ένα χρυσό νόμισμα κι έπρεπε να συμπληρώσει ακόμη μερικά κέρματα. Κάθησε πάνω στο ιμάτιο και άρχισε να μετράει στον πάγκο.Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκε ότι κάποιος προσπαθούσε να του κλέψει το ιμάτιο. Μόλις το κατάλαβε ο γέροντας όντας στο έπακρο σπλαγχνικός λίγο λίγο ανασηκωνόταν, τάχα για να φτάνει τα κέρματα στον πάγκο, ώσπου ο άλλος πήρε το ιμάτιο κι έφυγε.
Και έλεγε ο μακάριος Ζωσιμάς:
Πόση αξία είχαν τα σκεύη ή το ιμάτιο που έχασε; Αλλά η προαίρεση του ήταν μεγάλη. Απόδειξη ότι κι όταν του τα πήραν, έμεινε ο ίδιος: ούτε λυπημένος, ούτε ταραγμένος.
Ας αγωνισθούμε λοιπόν κι εμείς αδελφοί, να μιμηθούμε τους αγίους Πατέρες, ώστε να φέρουμε καρπούς πνευματικούς κι έτσι να κερδίσουμε τα αιώνια αγαθά, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν.

(αββά Ζωσιμά )

0 σχόλια Blogger 0 Facebook

 
ΕΙΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ... © 2013. All Rights Reserved. Share on Themes24x7. Powered by Blogger
Top