ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής. Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά». Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις πού μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό. Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ' όλες τις δεήσεις. Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα.
 Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό πού ανέχονται σ' άλλους, σ' αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του. Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποίηση. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη. Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του. Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;... Είναι δυνατό αυτό;... Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια
 ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά. Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού. Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ' όλες τις πτυχές της ζωής του. Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη πού είναι απρόσιτα σ' άλλους. Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, πού μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.

Η ίδρυσή της μονής οφείλεται στον Όσιο Σίμωνα, που ασκήτεψε στα μέσα του 13ου αιώνα σε σπήλαιο κοντά στη μονή, ο οποίος σε όραμα διείδε τη μελλοντική της ανοικοδόμηση. Στην αρχή της άσκησής του, από τους πολλούς χρόνους, που έμεινε συνολικά μέσα στο στενό και υγρό σπήλαιο, άκουσε μία φωνή,
που ήταν η φωνή της Παναγίας, για να κτίσει την μονή πάνω στον απέναντι κωνικό βράχο. Στην αρχή δίστασε να το κάνει, αλλά στη συνέχεια, μετά και πάλι από το άκουσμα της φωνής της Παναγίας για δεύτερη και τρίτη φορά, που η φωνή της Θεοτόκου ήταν πιο επιτακτική, ξεκίνησε να κτίζει το μοναστήρι (το έτος 1257), το οποίο μετά από την υπόδειξη της Παναγίας ονομάστηκε Νέα Βηθλεέμ, προς τιμήν της Γεννήσεως του Χριστού, γι αυτό και εορτάζει στις 25 Δεκεμβρίου (με το παλαιό ημερολόγιο, όπως όλες οι μονές του Αγίου Όρους). Είναι ένα από τα τολμηρότερα οικοδομήματα του μεσαίωνα, δηλαδή ένα επταώροφο πυργωτό οίκημα επί μεγάλης πυργωτής βάσης, όπου βγαίνοντας στον εξώστη νιώθεις κυριολεκτικά δέος. Το Καθολικό της μονής τιμάται στη Γέννηση του Χριστού.

Όπως πλησιάζουν τα βλέφαρα το ένα το άλλο, έτσι και οι πειρασμοί είναι κοντά στους ανθρώ­πους. Και αυτό το οικονόμησε ο Θεός να είναι έ­τσι, με σοφία, για να έχουμε ωφέλεια. για να κρού­εις δηλ. επίμονα, εξαιτίας των θλίψεων, τη θύρα του ελέους του Θεού και για να μπει μέσα στο νου σου, με το φόβο των θλιβερών πραγμάτων, ο σπό­ρος της μνήμης του Θεού, ώστε να πας κοντά του με τις δεήσεις, και να αγιασθεί η καρδιά σου με τη συνεχή ενθύμησή του. Και ενώ εσύ θα τον παρακα­λείς, αυτός θα σε ακούσει... Ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρί­σκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγα­πά και τον φροντίζει, δε θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει το νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλ. να υποφέρει και να μη θέ­λει να θεραπευθεί. Στο Θεό που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. Αυτό να μην περάσει από το νου μας. Μην αποφεύγεις τις θλίψεις, διότι βοηθούμε­νος απ' αυτές μαθαίνεις καλά την αλήθεια και την αγάπη του Θεού. Και μη φοβηθείς τους πειρα­σμούς, διότι μέσα από αυτούς βρίσκεις θησαυρό. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους ψυχικούς πειρασμούς όσο για τους σωματικούς, να ετοιμάζε­σαι να τους αντιμετωπίσεις με όλη τη δύναμή σου, γιατί χωρίς αυτούς δεν μπορείς να πλησιάσεις το Θεό. Μέσα σ' αυτούς εμπεριέχεται η θεία ανάπαυ­ση.
 Όποιος αποφεύγει τους σωματικούς πειρασμούς, αποφεύγει την αρετή. Χωρίς πειρασμούς η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο δε φανερώνεται, και είναι αδύνατο, χωρίς αυτούς, να αποκτήσεις παρρησία στο Θεό, και να μάθεις τη σοφία του αγίου Πνεύματος και, ακόμη, δε θα μπορέσει να στεριωθεί μέσα στην ψυχή σου ο θεϊκός πόθος. Προτού να έρθουν οι πειρασμοί, ο άνθρωπος προσεύχεται στο Θεό σαν ξένος. Από τότε όμως που θα εισέλθει σε πειρασμούς για την αγάπη του Θεού, και δεν αλλάξει γνώμη, έχει το Θεό, να πούμε, υποχρεωμένο απέναντί του, και ο Θεός τον λογαριάζει για γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε και νίκησε τον εχθρό του, για να εκπληρώ­σει το θέλημα του Θεού. Ο Θεός δεν δίνει μεγάλο χάρισμα χωρίς να προηγηθεί μεγάλος πειρασμός γιατί ανάλογα με την σφοδρότητα των πειρασμών ορίσθηκαν τα χα­ρίσματα από τη σοφία του Θεού, την οποία όμως δεν καταλαβαίνουν συνήθως οι άνθρωποι. Από το μέγεθος των μεγάλων θλίψεων που σου στέλνει η πρόνοια του Θεού, καταλαβαίνεις πόση τιμή σου κάνει η μεγαλοσύνη του. Διότι ανάλογη με τη λύπη που δοκιμάζεις είναι και η παρηγοριά που δέχεσαι. Αν με ρωτήσεις ποια είναι η αιτία για όλα αυ­τά, σου απαντώ: Η αμέλεια σου. γιατί δε φρόντισες να βρεις τη γιατρειά τους. Η γιατρειά όλων αυτών είναι μία, και μ' αυτή ο άνθρωπος βρίσκει αμέσως στην ψυχή του την παρηγοριά που ποθεί. Και ποια λοιπόν είναι αυτή η γιατρειά; Είναι η ταπεινοφρο­σύνη της καρδιάς. Χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να χαλάσεις το φράχτη των πειρασμών. απεναντίας μάλιστα βρίσκεις ότι οι πειρασμοί είναι ισχυρότε­ροι και σε εξουθενώνουν.... Κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, σου δίνει ο Θεός και τη δύναμη να υπομένεις τις συμφορές σου. Και κατά το μέτρο της υπομονής σου, το βάρος των θλίψεών σου γίνεται ελαφρό και, έτσι, παρηγοριέσαι. Και όσο παρηγοριέσαι, τόσο η αγάπη σου προς το Θεό αυξάνει. Και όσο αγαπάς το Θεό, τόσο μεγαλώνει η χαρά που σου χαρίζει το άγιο Πνεύμα. Ο εύσπλαχνος Πατέρας μας, θέλοντας να βγάλει σε καλό τους πειρασμούς των πραγματικών του παιδιών, δεν τους παίρνει, παρά τους δίνει τη δύναμη να τους υπομείνουν. Όλα αυτά τα αγαθά (την παρη­γοριά, την αγάπη, τη χαρά) τη δέχονται οι αγωνι­στές ως καρπό της υπομονής, για να φτάσουν οι ψυ­χές τους στην τελειότητα. Εύχομαι ο Χριστός και Θεός μας να μας αξιώσει με τη χάρη του να υπομέ­νουμε την πίκρα των πειρασμών για την αγάπη του και με ευχαριστίες της καρδιάς μας. Αμήν. Οι άγιοι δείχνουν έμπρακτα την αγάπη τους στο Θεό με όσα υποφέρουν για το όνομά του, όταν δηλ. τους στέλνει στενοχώριες, χωρίς όμως να απο­μακρύνεται απ' αυτούς, γιατί τους αγαπά. Απ' αυτή την πάσχουσα αγάπη τους αποκτά η καρδιά τους παρρησία, ώστε να ατενίζουν προς αυτόν ελεύθερα και με την πεποίθηση ότι θα εισακουσθούν τα αιτή­ματά τους και θα εκπληρωθούν. Μεγάλη είναι η δύ­ναμη της προσευχής που έχει παρρησία. Γι' αυτό αφήνει ο Θεός τους αγίους του να δοκιμάσουν κάθε λύπη, για να αποκτήσουν πείρα και να βεβαιωθούν για τη βοήθειά του και για το πόσο προνοεί και νοιάζεται γι' αυτούς.
 Έτσι, αποκτούν σοφία και σύνεση από τους πειρασμούς, για να μη γίνουν α­μαθείς, καθώς θα τους λείπει η πνευματική άσκηση και στο καλό και στο κακό, και για να αποκτή­σουν, από τη δοκιμασία τους, τη γνώση όλων των πραγμάτων που χρειάζονται. γιατί, αλλιώς, θα παρασυρθούν από άγνοια και θα γίνουν καταγέλαστοι από τους δαίμονες. Διότι, αν γυμνάζονταν μόνο στα καλά και δεν είχαν την εμπειρία της πάλης με το κακό, θα πήγαιναν στον πόλεμο εντελώς άπειροι.... Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γευθεί και να εκτι­μήσει το καλό, αν προηγουμένως δε δοκιμάσει την πίκρα από τους πειρασμούς.... Οι άνθρωποι τότε έρχονται σε αληθινή επίγνω­ση, όταν ο Θεός τους στερήσει τη δύναμή του και τους κάνει να συναισθανθούν την ανθρώπινη αδυ­ναμία, και τη δυσκολία που προκαλούν οι πειρα­σμοί, και την πονηριά του εχθρού, και με ποιον α­ντίπαλο έχουν να παλέψουν, και πόσο ασθενής εί­ναι η ανθρώπινη φύση τους, και πώς τους φυλάει η θεϊκή δύναμη, και πόσο προχώρησαν και προόδευ­σαν στην αρετή, και ότι χωρίς τη δύναμη του Θεού είναι ανίσχυροι μπροστά σε οποιοδήποτε πάθος. Κι αυτό το κάνει ο Θεός, για να αποκτήσουν, από όλες αυτές τις αρνητικές εμπειρίες, αληθινή ταπεί­νωση, και να πλησιάσουν κοντά του, και να περιμέ­νουν τη βέβαιη βοήθειά του, και να προσεύχονται με υπομονή. Και όλα αυτά από που θα τα μάθουν, παρά από την πείρα των πολλών θλίψεων τις ο­ποίες επιτρέπει ο Θεός και δοκιμάζουν; Αλλά και πίστη σταθερή αποκτά κανείς από τους πειρασμούς καθώς βεβαιώνεται για τη θεϊκή βοήθεια, που πολ­λές φορές βρίσκει στον αγώνα του.... Οι αγωνιστές, λοιπόν, πειράζονται για να αυ­ξήσουν τον πνευματικό τους πλούτο. οι αμελείς, για να φυλαχθούν απ' ό,τι τους βλάπτει. οι κοιμισμένοι, για να ξυπνήσουν. οι απομακρυσμένοι, για να πλησιάσουν στο Θεό. και οι φίλοι του Θεού, για να εισέλθουν στον άγιο οίκο του με παρρησία. Ένας γιος, άβγαλτος στη ζωή, δεν μπορεί να διαχει­ρισθεί τον πλούτο του πατέρα του και να βοηθηθεί απ' αυτόν. Γι' αυτό λοιπόν, στην αρχή στέλνει δυσκολίες και βάσανα ο Θεός στα παιδιά του και, με­τά, τους φανερώνει τι τους χαρίζει. Δόξα τω Θεώ που, με πικρά φάρμακα, μας χαρίζει την απόλαυση της πνευματικής υγείας. Είναι κανείς που δε στενοχωριέται και δεν κουράζεται, ενόσω γυμνάζεται; Και είναι κανείς, στον οποίο να μη φαίνεται πικρός ο καιρός, που πί­νει το φαρμάκι των πειρασμών και των θλίψεων; Χωρίς, λοιπόν, να περάσει απ' αυτό το στάδιο δεν μπορεί να αποκτήσει ισχυρή κράση. Αλλά και η υ­πομονή στους πειρασμούς δεν είναι δική μας. Πώς μπορεί, αλήθεια, ο άνθρωπος, ένα πήλινο αγγείο, να βαστάζει μέσα του το νερό, αν δε το κάνει στέ­ρεο η θεϊκή φωτιά; Αν σκύψουμε το κεφάλι, τότε ό,τι καλό και ωφέλιμο ζητήσουμε από το Θεό στην προσευχή μας με ταπείνωση, με διαρκή πόθο και με υπομονή, όλα θα μας τα δώσει. Όπως τα μικρά παιδιά τρομάζουν από τα φοβε­ρά θεάματα, και τρέχουν και πιάνονται από τα φορέματα των γονέων τους, και ζητούν τη βοήθειά τους, έτσι και η ψυχή: όσο στενοχωριέται και θλίβεται α­πό το φόβο των πειρασμών, προστρέχει και κολλάει στο Θεό, και τον παρακαλεί με ακατάπαυτες δεή­σεις. Και όσο οι πειρασμοί πέφτουν επάνω της, ο έ­νας μετά τον άλλο, τόσο και παρακαλεί περισσότε­ρο. Αλλά όταν σταματήσουν και ξαναβρεί την ανά­παυσή της, συνήθως χάνει την επαφή της με την πραγματικότητα και απομακρύνεται από το Θεό.
 * Οι θλίψεις και οι κίνδυνοι θανατώνουν την ηδυπάθεια, ενώ η καλοπέραση και η αδιαφορία την τρέφουν. Γι' αυτό και ο Θεός και οι άγιοι Άγγελοι χαίρονται στις θλίψεις και στις στενοχώριες μας, ε­νώ ο διάβολος και οι συνεργάτες του χαίρονται ό­ταν τεμπελιάζουμε και καλοπερνούμε. Άφησε λοιπόν τη φροντίδα σου στο Θεό, και σε όλες τις δυσκολίες σου κατάκρινε τον εαυτό σου, ότι εσύ ο ίδιος είσαι ο αίτιος για όλα... Όλες οι λυπηρές περιστάσεις και οι θλίψεις, αν δεν έχουμε υπομονή, μας διπλοβασανίζουν. Για­τί ο άνθρωπος με την υπομονή του διώχνει την πί­κρα των συμφορών, ενώ η μικροψυχία γεννά την α­πελπισία της κόλασης. Η υπομονή είναι μητέρα της παρηγοριάς. είναι μια δύναμη ψυχική, που γεν­νιέται από την πλατιά καρδιά. Αυτή τη δύναμη ο άνθρωπος δύσκολα τη βρίσκει πάνω στις θλίψεις του, αν δεν έχει τη θεία χάρη, που την αποκτά με την επίμονη προσευχή και με δάκρυα. Πνευματικές εμπειρικές συμβουλές γύρω από τους πειρασμούς και τις θλίψεις Του Αγίου Ισαάκ του Σύρου


"Εμπιστεύσου στὸν Θεὸ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματός σου καὶ τότε θὰ εἶναι φανερὸ ὅτι Τοῦ ἐμπιστεύεσαι καὶ τὶς ἀνάγκες τοῦ πνεύματος. ΜήπωςΣ είμαστε ἐμεῖς ποὺ κατορθώνουμε καὶ οἰκονομοῦμε τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ ζωή μας; Ὁ Θεὸς φροντίζει τὴ ζωή μας.῾Η προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἂν δὲν βοηθήσει ὁ Θεός, εἶναι καταδικασμένη νὰ ἀστοχεῖ, ἐνῶ ἡ θεία οἰκονομία παρέχει τέλεια ἀγαθά.
 Τί τοὺς ὠφέλησε ἡ δική τους προσπάθεια ἐκείνους ποὺ τοὺς ἔλεγε ὁ Θεός, "σπείρατε πολλὰ καὶ λίγα μαζέψατε καὶ τὰ σκόρπισα ἀπὸ τὰ χέρια σας"; Καὶ τί ἔλειψε ἀπὸ τ᾽ ἀναγκαῖα σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἔζησαν μὲ ἀρετὴ χωρὶς καθόλου νὰ σκέφτονται γι᾽ αὐτά; Δὲν ἔζησαν σαράντα χρόνια στὴν ἔρημο οἱ Ἰσραηλίτες χωρὶς νὰ ἔχουν τίποτα ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ δίνει ἡ γεωργία; Καὶ δὲν τοὺς ἔλειψε καθόλου ἡ τροφή, ἀλλὰ ἡ θάλασσα ἔβγαζε τροφὴ παράδοξη, τὰ ὀρτύκια, καὶ ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε τὸ μάννα, βροχὴ ἀσυνήθιστη καὶ παράξενη. Καὶ ἡ πέτρα ποὺ εἶναι κατάξερη, ράγισε καὶ ἔδινε ἄφθονο νερό. Ὅσο γιὰ τὰ ροῦχα καὶ τὰ παπούτσια, ἄντεξαν ὅλο τὸν χρόνο γιατὶ δὲν πάλιωναν. Καὶ ποιά γεωργία ἔδινε τροφὴ στὸν Ἠλία τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν στὸ χείμαρο; Τὰ κοράκια δὲν τοῦ ἔφερναν τροφή; Κι ὅταν πῆγε στὰ Σάρεφθα δὲν τοῦ ἔδωσε ψωμὶ μιὰ χήρα ἄπορη, πέρνοντάς το ἀπὸ τὸ στόμα τῶν ἴδιων τῶν παιδιῶν της; 
Γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἔτσι ὅτι καὶ ἀπὸ τὴ μητρικὴ φύση εἶναι πιὸ πολύτιμη ἡ ἀρετή. (...) Γιατί λοιπὸν γκρεμίζουμε στὴ γῆ τὴν οὐράνια πολιτεία, καὶ βουλιάζουμε στὶς ὑλικὲς ἀνησυχίες; Καὶ ντυνόμαστε μὲ κοπριὲς ἐμεῖς ποὺ φορούσαμε κάποτε πορφύρα; Ὅπως ἔλεγε γιὰ κάποιους ὁ Ἱερεμίας στοὺς θρήνους του, "ὅταν ἀναπαυόμαστε στὰ λαμπερὰ καὶ φλογισμένα νοήματα ντυνόμαστε τὴν πορφύρα", καὶ ὅταν ἀφήσουμε αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ ἀνακατευτοῦμε μὲ τὶς γήινες συνθῆκες, ντυνόμαστε μὲ κοπριά. Γιατί πέρνουμε τὴν ἐλπίδα μας ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στηριζόμαστε στὰ χέρια μας καὶ ἀποδίδουμε στὴ δική μας δύναμη τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ; Αὐτὴ τὴ στάση ὁ Ἰὼβ καταράστηκε, ἂν τὴν ἔχει, νὰ τοῦ καταλογισθεῖ ὡς ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία, τὸ νὰ φέρει δηλαδὴ τὸ χέρι στὸ στόμα καὶ νὰ τὸ φιλήσει. Ἐμεῖς τώρα αὐτὸ κάνουμε καὶ δὲν φοβόμαστε.
 Γιατὶ συνηθίζουν οἱ περισσότεροι νὰ φιλοῦν μὲ λαχτάρα τὰ χέρια τους λέγοντας ὅτι ἀπὸ αὐτὰ κερδίζουν τὴ ζωή τους. Αὐτοὺς ὑπαινίσσεται ὁ Νόμος ὅταν λέει, "εἶναι ἀκάθαρτος ὅποιος βαδίζει μὲ τὰ χέρια του• καὶ εἶναι τελείως ἀκάθαρτος ὅποιος βαδίζει μὲ τὰ τέσσερα". Μὲ τὰ χέρια περπατάει ἐκεῖνος ποὺ στηρίζεται στὰ χέρια του καὶ βάζει σ᾽ αὐτὰ ὅλη τὴν ἐλπίδα του• μὲ τὰ τέσσερα περπατάει ὅποιος ἀγωνιᾶ γιὰ τὰ αἰσθητὰ πράγματα καὶ ἔχει διαρκῶς σ᾽ αὐτὰ στραμμένη τὴν προσοχή του". (Απόσπασμα από το Γεροντικό)

O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ' όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τονε γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κ' έφευγε πικραμένος,
γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι. Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέ­ρασε από το νεκροταφείο, κ' είδε τα κιβούρια πώς ήτανε ρη­μαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι άναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα είτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που είτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ' εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ' είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια. Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που είτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της είτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο! ». τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα. Απάνω σ’ αυτά, ά­νοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένεια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!». Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που είτανε δεμένη σε δύο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι είτανε τα στρωσί­δια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κ' είδε πώς είτανε γέρος σεβά­σμιος, πήρε το χέρι του και τ' ανεσπάσθηκε κ' είπε: «Νά 'χω την ευχή σου, γέροντα», και το' λέγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να 'νατανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος νά 'σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρό­βατά σου η ειρήνη του Θεού νά 'ναι απάνω σας!».
Σηκώθηκε κ’ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης είτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφά­λι του, και τα ράσα του είτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κ' είχε κ' ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευ­θύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φα­νήκανε τα δοκάρια, σα νά 'τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ' οι πη­τιές πού είτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κ' οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ' άλλα τα σύνεργα που τυρο­κομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ' άλλα, τα φτωχά τα πράγματα πού 'χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια εύωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κ' έκατσε κοντά στη φωτιά κ' ή γυναίκα του 'θεσε μαξιλάρια νά ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κ' έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κ' έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ' αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα 'βγαλε τα’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά είτανε τα ζωντανά του, φτωχός είτανε ο Γιάννης, μα είτανε Βλογημένος. Κ' είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί είτανε κα­λός άνθρωπος κ' είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε νά περάσει από την καλύβα τους, σαν νά 'τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα νά 'τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του.
Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κ’ οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου. * * * Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάν­νης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ' Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βά­ζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία». Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κ' έ­κανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μια φυλλάδα από το ταγάρι του, κ’ είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε καί στάθηκε από πίσω του, κ’ ή γυναίκα βύ­ζαξε το μωρό και πήγε και κείνη καί στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το « Θεός Κύρι­ος » και τ' απολυτίκιο της Περιτομής « Μορφήν άναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες », δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο πού λέγει «Εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος σου». Η φωνή του είτανε γλυκειά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κ' η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Κ' είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν ά­σμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον, Κανόνα, πού λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε ».
 Κ’ ύστε­ρα είπε όλη τη λειτουργία κ’ έκανε απόλυση και τους βλόγη­σε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπητα και την έβαλε απάνω στο σο­φρά. Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπητα, κ’ είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ’ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κ’ είπε «του Χριστού» κ’ ύστερα είπε «της Παναγίας», κ' ύστε­ρα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου». Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!». Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά ! κ’ ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κ’ ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντα­νών», «των φτωχών». Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλο­γημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιωσύνη σου; Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κ’ ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κ' είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οί­δα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην είσέλ­θης του οίκου της ψυχής μου».
  Κ’ είπε ο Γιάννης ο Βλογημέ­νος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν άπόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόν­τοι κ’ οι βασιληάδες τι αμαρτίες νά ΄χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζό­μαστε». Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κ' είπε πάλι την ευχή, άλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του είσέλθης. Οτι νήπιος ύπάρχει και τα μυστηριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται». Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος... Φώτης Κόντογλου


Δέσποινα Παντευλόγητε, Ὑπέραγνε Παρθένε, Παράδεισε Πανθαύμαστε,
 Κῆπε Καλλωπισμένε, Σέ δυσωπῶ, Πανάχραντε, χαρίτωσον τό νοῦν μου,
 κατεύθυνον τάς σκέψεις μου, φώτισον τήν ψυχήν μου. Κόρη με ποίησον ἀγνόν, πρᾶον, σεμνόν, ἀνδρεῖον, ἡσύχιον καί κόσμιον, εὐθύν, ὅσιον θεῖον, ἐπιεικῆ, μακρόθυμον, τῶν ἀρετῶν δοχεῖον, ἄμεμπτον, ἀνεπίληπτον, τῶν ἀγαθῶν ταμεῖον. Δός μοι σοφίαν, σύνεσιν καί μετριοφροσύνην, φρόνησιν καί ἁπλότητα καί ταπεινοφροσύνην. Δός μοι νηφαλιότητα, ὄμμα πεφωτισμένον, διάνοιαν ὁλόφωτον, πνεῦμα ἐξηγνισμένον. Ἀπέλασον τήν οἴησιν, τήν ὑπερηφανίαν, τόν τύφον, τήν φυσίωσιν καί τήν ἀλαζονείαν, τήν ὕβριν, τό ἀγέρωχον, τήν ὑψηλοφρονύνην, γλῶσσα μεγαλορρήμονα, ἰσχυρογνωμοσύνην.
 Τήν ἀστασίαν τήν φρικτήν, τήν περιττολογίαν, τήν πονηρίαν τήν πολλήν, καί τήν αἰχρολογίαν. Χάρισαί μοι, Πανάχραντε, τήν ἠθικήν ἀνδρείαν, τό θάρρος, τήν εὐστάθειαν, δός μοι τήν καρτερίαν. Δός μοι τήν αὐταπάρνησιν, τήν ἀφιλαργυρίαν, ζῆλον μετ’ ἐπιγνώσεως καί ἀμνησικακίαν. Δός μοι ἀκεραιότητα, εὐγένειαν καρδίας, πνεῦμα εὐθές, εἰρηνικόν, καί πνεῦμα ἀληθείας. Φυγάδευσον, Πανάχραντε, τά πάθη τῆς καρδίας, τά πολυώνυμα, Ἀγνή, τῆς ἠθικῆς δειλίας. Τήν ἀνανδρείαν τήν αἰσχράν, τό θάρρος, τήν δειλίαν, τήν ἀτολμίαν τήν δεινήν καί τήν ἀπελπισίαν.
 Ἄρον μοι, Κόρη, τόν θυμόν καί πᾶσαν ραθυμίαν, τήν ἀθυμία, τήν ὀργήν, ὡς καί τήν ὀκνηρίαν. Τόν φθόνον, τήν ἐμπάθειαν, τό μίσος, τήν κακίαν, τήν μήνιν, τήν ἐκδίκησιν καί τήν μνησικακίαν. Τήν ἔριδα τήν εὐτελῆ καί τήν πολυλογίαν, τήν γλωσσαλγίαν τήν δεινήν καί τήν βωμολοχίαν. Δός μοι, Παρθένε, αἴσθησιν, δός μοι εὐαισθησίαν. 
Δός μοι συναίσθησιν πολλήν καί εὐσυνειδησίαν. Δός μοι, Παρθένε, τήν χαράν Πνεύματος τοῦ Ἁγίου. Δός μοι εἰρήνην τῇ ψυχῇ, εἰρήνην τοῦ Κυρίου. Δός μοι ἀγάπην, ἔρωτα θεῖον, ἐξηγνισμένον, πολύν, θερμόν καί καθαρόν καί ἐξηγιασμένον. Δός πίστιν ζῶσαν, ἐνεργόν, θερμήν, ἀγνήν, ἁγίαν, ἐλπίδα ἀδιάσειστον, βεβαίαν καί ὁσίαν. Ἄρον ἀπ’ ἐμοῦ, Παρθένε, τόν κλοιόν τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀμέλειαν, τήν μέθην, τήν ἀνελεημοσύνην, τά κακάς ἐπιθυμίας, τήν δεινήν ἀκολασίαν, γέλωτας τῆς ἀσελγείας καί τήν πᾶσαν κακουργίαν. Σωφροσύνην δός μοι, Κόρη, δός ἐγκράτειαν, νηστείαν, προσοχήν καί ἀγρυπνίαν καί ὑπακοήν τελείαν. Δός μοι προσοχήν ἐν πᾶσι καί διάκρισιν ὀξείαν, σιωπήν καί εὐκοσμίαν, καί ὑπομονήν ὁσίαν. Ἐπιμέλειαν παράσχου, Δέσποινα, πρός ἐργασίαν, πρός τελείωσιν καί ζῆλον ἀρετῶν πρός γυμνασίαν. Τήν ψυχήν μου, τήν καρδίαν καί τόν νοῦ μου, Παναγία, τήρει ἐν ἁγιωσύνῃ, φύλαττε ἐν παρθενίᾳ. ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Ολόκληρο το Ευαγγέλιο συνοψίζεται σε μια προτροπή του Θεού προς όλους μας : «Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί»[1]. Με την ανέκφραστη σε μεγαλείο συγκατάβασή Του, ο Θεός της αγάπης εξισώνει τους ανθρώπους με τον Εαυτό Του: «Και δια τον Θεόν και δια τους ανθρώπους ισχύει το ίδιον Ευαγγέλιον, η ίδια χάρις, η ίδια αλήθεια, η ίδια δικαιοσύνη, η ίδια ζωή, η ίδια αγαθότης»[2]. «Ό τε γαρ αγιάζων και οι αγιαζόμενοι εξ ενός πάντες»[3].
Με άλλα λόγια, σκοπός της πνευματικής ζωής κάθε πιστού χριστιανού είναι « η επιστροφή εις την αρχικήν κατάστασιν δια της κατά φύσιν κινήσεως της ψυχής, ήτις πραγματοποιείται , δια της πράξεως των εντολών και της εργασίας των αρετών»[4].
 Κορυφαία και εξέχουσα θέση ανάμεσα στις αρετές κατέχει η αέναος προσευχή, η προσευχή που γεμίζει την ψυχή και καθιστά την ανθρώπινη φύση «επιτηδείαν κατόπιν της καθαρότητος αυτής εις το να δεχθεί και την υπερφυσικήν χάριν και ενέργειαν του Θεού»[5]. Πιο συγκεκριμένα, « η προσευχή ως προς την ποιότητά της είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν και ως προς την ενέργειά της, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συνφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νού, πέλεκυς που κτυπά την απόγνωσι, απόδειξις της ελπίδος, διάλυσις της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωσις του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, δήλωσις της πνευματικής καταστάσεως, αποκάλυψις των μελλοντικών πραγμάτων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχει κανείς. Η προσευχή είναι γι’ αυτόν που προσεύχεται πραγματικά δικαστήριο και κριτήριο και βήμα του Κυρίου, πριν από το μελλοντικό βήμα»[6]. 
Το ερώτημα όμως που τίθεται σήμερα από πολλούς πιστούς είναι: « Πώς θα ξεκινήσουμε; Πώς θα μάθουμε να σιωπούμε για ν’ αρχίσουμε ν’ ακούμε; Αντί απλά να μιλάμε στο Θεό, πώς μπορούμε να πετύχουμε μια προσευχή στην οποία ο Θεός μιλάει σε μας; Πώς μπορούμε να περάσουμε από την προσευχή των λόγων, στην προσευχή της σιωπής, από την εντατική στην αυτοενεργούμενη προσευχή, από τη δική μου προσευχή στην προσευχή του Χριστού εντός μου;»[7] Ένας τρόπος ν’ αρχίσουμε είναι η επίκληση του Ονόματος του Ιησού. Ο εξωτερικός τύπος της προσευχής αποτελείται από τις λέξεις «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Ας σπεύσουμε όμως να τονίσουμε ότι δεν υπάρχει αποκλειστικός τύπος. Η φράση μπορεί να συντομευθεί όπως «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» ή «Κύριε Ιησού» ή να επεκταθεί με την προσθήκη «τον αμαρτωλό» στο τέλος, υπογραμμίζοντας την πλευρά της μετανοίας. Έτσι κάθε αγωνιζόμενος πιστός είτε με τη χρήση κομποσκοινιού είτε χωρίς, (αυτό χρησιμοποιείται όχι τόσο για να μετράμε τις φορές που η προσευχή – ευχή επαναλαμβάνεται, αλλά περισσότερο σαν βοήθεια για να συγκεντρωθούμε και να πετύχουμε έναν ορισμένο ρυθμό), έχει τη δυνατότητα να προσεύχεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας, εντός και εκτός του ναού, στο σπίτι, στο δρόμο, στο γραφείο κτλ. Η συχνή επίκληση του ονόματος του Ιησού εισάγει τον άνθρωπο στην παρουσία του Θεού, είναι λειτουργία εσωτερικευμένη.
 «Απαρνείται τα διαλογιστικά στοιχεία, τους λογισμούς και γίνεται μία μονάχα λέξη – μονολογία – το όνομα του Ιησού»[8]. Έτσι ο άνθρωπος μυείται με τον αμεσότερο τρόπο στην εμπειρία του αποστόλου Παύλου : «Ζώ δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός»[9]. Επιπρόσθετα, οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφερόμενοι στη σπουδαιότητα της αδιαλείπτου προσευχής, τονίζουν και τις προϋποθέσεις που τη συνοδεύουν. Η προσοχή κυρίως κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την προσευχή, η ταπείνωση, η νηστεία, η ειλικρινής συντριβή και μετάνοια, η επιμονή[10], η εγρήγορση και επαγρύπνηση, η ησυχία, (κυρίως ως τρόπος και κατάσταση και όχι ως τόπος), αποτελούν απαραίτητα εφόδια, προϋποθέσεις εξέχουσας σημασίας για να δυνηθεί ο πιστός αρχικά να αφουγκραστεί και σταδιακά να βιώσει ότι «η κλήσις του υπερκοσμίου Πατρός ελκύει ημάς. Αισθανόμεθα ότι η πλευρά εκείνη της φύσεως ημών, ήτις φέρεται προς Αυτόν, καθίσταται υπερκόσμια. Ημείς οι ίδιοι είμεθα κτίσματα, αλλά ο Κύριος Ιησούς δια της επί γης εμφανίσεώς Αυτού, της διδαχής και του υποδείγματος Αυτού, απεργάζεται ημάς ομοίους προς Αυτόν. Συντελείται εν ημίν η ομοίωσις προς τον Μονογενή Υιόν δια της εν ημίν ενοικήσεως του Αγίου Πνεύματος. Κατά τον τρόπον αυτόν γινόμεθα και ημείς υιοί του Υψίστου»[11]. Η νοερά προσευχή κάνει τη λαμπρότητα της Μεταμόρφωσης να διεισδύει μέσα σε κάθε γωνιά της ζωής μας. Αρχικά μεταμορφώνει τη σχέση του προσευχόμενου με τον υλικό κόσμο που τον περιβάλλει και ακολούθως με τους συνανθρώπους του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η ευχή περιλαμβάνει τις δύο κύριες «στιγμές» της Χριστιανικής Λατρευτικής πράξης:
 «Τη στιγμή της προσκύνησης, της ενατένισης της δόξας του Θεού και της αναζήτησής Του με την αγάπη. Τη στιγμή της μετάνοιας, της αίσθησης της αναξιότητας και της αμαρτίας. Υπάρχει μια κυκλική κίνηση μέσα στην προσευχή, μια ακολουθία ανάβασης και επιστροφής. Στο πρώτο μισό της προσευχής ανερχόμαστε προς το Θεό «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού…» και κατόπιν στο δεύτερο μισό γυρίζουμε στον εαυτό μας με συντριβή «… ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εκείνοι που έχουν γευθεί το δώρο του πνεύματος έχουν ταυτόχρονα συνείδηση δύο πραγμάτων· από τη μία μεριά της χαράς και της παρηγοριάς και απ’ την άλλη μεριά, της ταραχής, του φόβου και του θρήνου. Τέτοια είναι η εσωτερική διαλεκτική της νοεράς προσευχής»[12]. Ο Ιερός Χρυσόστομος παρομοιάζει την αναγκαιότητα της προσευχής για τον πιστό με την σπουδαιότητα της θάλασσας για τα έμβια όντα: « Αλλ’ ανίσως και αποστερήσης τον εαυτόν σου από την προσευχήν, έκαμες ως να ήθελες ευγάλεις (sic) το ψάρι από την θάλασσαν· Διατί καθ’ όν τρόπον ζη το ψάρι με το νερόν, τοιουτοτρόπως ζείς και σύ με την προσευχήν· και καθώς εκείνο πλέει επάνω εις το νερόν εύκολα και υπάγει όπου θέλει, ούτω και συ με την προσευχήν θέλεις περάσει τους Ουρανούς και να σιμώσεις εις τον Θεόν»[13]. Ένας από τους πιό φημισμένους Πατέρες της ερήμου, στην Αίγυπτο του 4ου αιώνα, ο Αγ. Σεραπίων ο Σινδωνίτης, ταξίδευε μια φορά για προσκύνημα στη Ρώμη. Εκεί του είπαν για μια περίφημη έγκλειστη, μια γυναίκα, που ζούσε πάντα σ’ ένα μικρό δωμάτιο, χωρίς ποτέ να βγαίνει έξω. Δυσπιστώντας για τον τρόπο της ζωής της, (γιατί ο ίδιος ήταν ένας μεγάλος περιπλανώμενος), ο Σεραπίων την επισκέφθηκε και τη ρώτησε: «Γιατί κάθεσαι εδώ;» κι εκείνη του απάντησε : « Δεν κάθομαι, ταξιδεύω »[14].

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.