ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ


Δέσποινα Παντευλόγητε, Ὑπέραγνε Παρθένε, Παράδεισε Πανθαύμαστε,
 Κῆπε Καλλωπισμένε, Σέ δυσωπῶ, Πανάχραντε, χαρίτωσον τό νοῦν μου,
 κατεύθυνον τάς σκέψεις μου, φώτισον τήν ψυχήν μου. Κόρη με ποίησον ἀγνόν, πρᾶον, σεμνόν, ἀνδρεῖον, ἡσύχιον καί κόσμιον, εὐθύν, ὅσιον θεῖον, ἐπιεικῆ, μακρόθυμον, τῶν ἀρετῶν δοχεῖον, ἄμεμπτον, ἀνεπίληπτον, τῶν ἀγαθῶν ταμεῖον. Δός μοι σοφίαν, σύνεσιν καί μετριοφροσύνην, φρόνησιν καί ἁπλότητα καί ταπεινοφροσύνην. Δός μοι νηφαλιότητα, ὄμμα πεφωτισμένον, διάνοιαν ὁλόφωτον, πνεῦμα ἐξηγνισμένον. Ἀπέλασον τήν οἴησιν, τήν ὑπερηφανίαν, τόν τύφον, τήν φυσίωσιν καί τήν ἀλαζονείαν, τήν ὕβριν, τό ἀγέρωχον, τήν ὑψηλοφρονύνην, γλῶσσα μεγαλορρήμονα, ἰσχυρογνωμοσύνην.
 Τήν ἀστασίαν τήν φρικτήν, τήν περιττολογίαν, τήν πονηρίαν τήν πολλήν, καί τήν αἰχρολογίαν. Χάρισαί μοι, Πανάχραντε, τήν ἠθικήν ἀνδρείαν, τό θάρρος, τήν εὐστάθειαν, δός μοι τήν καρτερίαν. Δός μοι τήν αὐταπάρνησιν, τήν ἀφιλαργυρίαν, ζῆλον μετ’ ἐπιγνώσεως καί ἀμνησικακίαν. Δός μοι ἀκεραιότητα, εὐγένειαν καρδίας, πνεῦμα εὐθές, εἰρηνικόν, καί πνεῦμα ἀληθείας. Φυγάδευσον, Πανάχραντε, τά πάθη τῆς καρδίας, τά πολυώνυμα, Ἀγνή, τῆς ἠθικῆς δειλίας. Τήν ἀνανδρείαν τήν αἰσχράν, τό θάρρος, τήν δειλίαν, τήν ἀτολμίαν τήν δεινήν καί τήν ἀπελπισίαν.
 Ἄρον μοι, Κόρη, τόν θυμόν καί πᾶσαν ραθυμίαν, τήν ἀθυμία, τήν ὀργήν, ὡς καί τήν ὀκνηρίαν. Τόν φθόνον, τήν ἐμπάθειαν, τό μίσος, τήν κακίαν, τήν μήνιν, τήν ἐκδίκησιν καί τήν μνησικακίαν. Τήν ἔριδα τήν εὐτελῆ καί τήν πολυλογίαν, τήν γλωσσαλγίαν τήν δεινήν καί τήν βωμολοχίαν. Δός μοι, Παρθένε, αἴσθησιν, δός μοι εὐαισθησίαν. 
Δός μοι συναίσθησιν πολλήν καί εὐσυνειδησίαν. Δός μοι, Παρθένε, τήν χαράν Πνεύματος τοῦ Ἁγίου. Δός μοι εἰρήνην τῇ ψυχῇ, εἰρήνην τοῦ Κυρίου. Δός μοι ἀγάπην, ἔρωτα θεῖον, ἐξηγνισμένον, πολύν, θερμόν καί καθαρόν καί ἐξηγιασμένον. Δός πίστιν ζῶσαν, ἐνεργόν, θερμήν, ἀγνήν, ἁγίαν, ἐλπίδα ἀδιάσειστον, βεβαίαν καί ὁσίαν. Ἄρον ἀπ’ ἐμοῦ, Παρθένε, τόν κλοιόν τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀμέλειαν, τήν μέθην, τήν ἀνελεημοσύνην, τά κακάς ἐπιθυμίας, τήν δεινήν ἀκολασίαν, γέλωτας τῆς ἀσελγείας καί τήν πᾶσαν κακουργίαν. Σωφροσύνην δός μοι, Κόρη, δός ἐγκράτειαν, νηστείαν, προσοχήν καί ἀγρυπνίαν καί ὑπακοήν τελείαν. Δός μοι προσοχήν ἐν πᾶσι καί διάκρισιν ὀξείαν, σιωπήν καί εὐκοσμίαν, καί ὑπομονήν ὁσίαν. Ἐπιμέλειαν παράσχου, Δέσποινα, πρός ἐργασίαν, πρός τελείωσιν καί ζῆλον ἀρετῶν πρός γυμνασίαν. Τήν ψυχήν μου, τήν καρδίαν καί τόν νοῦ μου, Παναγία, τήρει ἐν ἁγιωσύνῃ, φύλαττε ἐν παρθενίᾳ. ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Ολόκληρο το Ευαγγέλιο συνοψίζεται σε μια προτροπή του Θεού προς όλους μας : «Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί»[1]. Με την ανέκφραστη σε μεγαλείο συγκατάβασή Του, ο Θεός της αγάπης εξισώνει τους ανθρώπους με τον Εαυτό Του: «Και δια τον Θεόν και δια τους ανθρώπους ισχύει το ίδιον Ευαγγέλιον, η ίδια χάρις, η ίδια αλήθεια, η ίδια δικαιοσύνη, η ίδια ζωή, η ίδια αγαθότης»[2]. «Ό τε γαρ αγιάζων και οι αγιαζόμενοι εξ ενός πάντες»[3].
Με άλλα λόγια, σκοπός της πνευματικής ζωής κάθε πιστού χριστιανού είναι « η επιστροφή εις την αρχικήν κατάστασιν δια της κατά φύσιν κινήσεως της ψυχής, ήτις πραγματοποιείται , δια της πράξεως των εντολών και της εργασίας των αρετών»[4].
 Κορυφαία και εξέχουσα θέση ανάμεσα στις αρετές κατέχει η αέναος προσευχή, η προσευχή που γεμίζει την ψυχή και καθιστά την ανθρώπινη φύση «επιτηδείαν κατόπιν της καθαρότητος αυτής εις το να δεχθεί και την υπερφυσικήν χάριν και ενέργειαν του Θεού»[5]. Πιο συγκεκριμένα, « η προσευχή ως προς την ποιότητά της είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν και ως προς την ενέργειά της, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συνφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νού, πέλεκυς που κτυπά την απόγνωσι, απόδειξις της ελπίδος, διάλυσις της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωσις του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, δήλωσις της πνευματικής καταστάσεως, αποκάλυψις των μελλοντικών πραγμάτων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχει κανείς. Η προσευχή είναι γι’ αυτόν που προσεύχεται πραγματικά δικαστήριο και κριτήριο και βήμα του Κυρίου, πριν από το μελλοντικό βήμα»[6]. 
Το ερώτημα όμως που τίθεται σήμερα από πολλούς πιστούς είναι: « Πώς θα ξεκινήσουμε; Πώς θα μάθουμε να σιωπούμε για ν’ αρχίσουμε ν’ ακούμε; Αντί απλά να μιλάμε στο Θεό, πώς μπορούμε να πετύχουμε μια προσευχή στην οποία ο Θεός μιλάει σε μας; Πώς μπορούμε να περάσουμε από την προσευχή των λόγων, στην προσευχή της σιωπής, από την εντατική στην αυτοενεργούμενη προσευχή, από τη δική μου προσευχή στην προσευχή του Χριστού εντός μου;»[7] Ένας τρόπος ν’ αρχίσουμε είναι η επίκληση του Ονόματος του Ιησού. Ο εξωτερικός τύπος της προσευχής αποτελείται από τις λέξεις «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Ας σπεύσουμε όμως να τονίσουμε ότι δεν υπάρχει αποκλειστικός τύπος. Η φράση μπορεί να συντομευθεί όπως «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» ή «Κύριε Ιησού» ή να επεκταθεί με την προσθήκη «τον αμαρτωλό» στο τέλος, υπογραμμίζοντας την πλευρά της μετανοίας. Έτσι κάθε αγωνιζόμενος πιστός είτε με τη χρήση κομποσκοινιού είτε χωρίς, (αυτό χρησιμοποιείται όχι τόσο για να μετράμε τις φορές που η προσευχή – ευχή επαναλαμβάνεται, αλλά περισσότερο σαν βοήθεια για να συγκεντρωθούμε και να πετύχουμε έναν ορισμένο ρυθμό), έχει τη δυνατότητα να προσεύχεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας, εντός και εκτός του ναού, στο σπίτι, στο δρόμο, στο γραφείο κτλ. Η συχνή επίκληση του ονόματος του Ιησού εισάγει τον άνθρωπο στην παρουσία του Θεού, είναι λειτουργία εσωτερικευμένη.
 «Απαρνείται τα διαλογιστικά στοιχεία, τους λογισμούς και γίνεται μία μονάχα λέξη – μονολογία – το όνομα του Ιησού»[8]. Έτσι ο άνθρωπος μυείται με τον αμεσότερο τρόπο στην εμπειρία του αποστόλου Παύλου : «Ζώ δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός»[9]. Επιπρόσθετα, οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφερόμενοι στη σπουδαιότητα της αδιαλείπτου προσευχής, τονίζουν και τις προϋποθέσεις που τη συνοδεύουν. Η προσοχή κυρίως κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την προσευχή, η ταπείνωση, η νηστεία, η ειλικρινής συντριβή και μετάνοια, η επιμονή[10], η εγρήγορση και επαγρύπνηση, η ησυχία, (κυρίως ως τρόπος και κατάσταση και όχι ως τόπος), αποτελούν απαραίτητα εφόδια, προϋποθέσεις εξέχουσας σημασίας για να δυνηθεί ο πιστός αρχικά να αφουγκραστεί και σταδιακά να βιώσει ότι «η κλήσις του υπερκοσμίου Πατρός ελκύει ημάς. Αισθανόμεθα ότι η πλευρά εκείνη της φύσεως ημών, ήτις φέρεται προς Αυτόν, καθίσταται υπερκόσμια. Ημείς οι ίδιοι είμεθα κτίσματα, αλλά ο Κύριος Ιησούς δια της επί γης εμφανίσεώς Αυτού, της διδαχής και του υποδείγματος Αυτού, απεργάζεται ημάς ομοίους προς Αυτόν. Συντελείται εν ημίν η ομοίωσις προς τον Μονογενή Υιόν δια της εν ημίν ενοικήσεως του Αγίου Πνεύματος. Κατά τον τρόπον αυτόν γινόμεθα και ημείς υιοί του Υψίστου»[11]. Η νοερά προσευχή κάνει τη λαμπρότητα της Μεταμόρφωσης να διεισδύει μέσα σε κάθε γωνιά της ζωής μας. Αρχικά μεταμορφώνει τη σχέση του προσευχόμενου με τον υλικό κόσμο που τον περιβάλλει και ακολούθως με τους συνανθρώπους του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η ευχή περιλαμβάνει τις δύο κύριες «στιγμές» της Χριστιανικής Λατρευτικής πράξης:
 «Τη στιγμή της προσκύνησης, της ενατένισης της δόξας του Θεού και της αναζήτησής Του με την αγάπη. Τη στιγμή της μετάνοιας, της αίσθησης της αναξιότητας και της αμαρτίας. Υπάρχει μια κυκλική κίνηση μέσα στην προσευχή, μια ακολουθία ανάβασης και επιστροφής. Στο πρώτο μισό της προσευχής ανερχόμαστε προς το Θεό «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού…» και κατόπιν στο δεύτερο μισό γυρίζουμε στον εαυτό μας με συντριβή «… ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εκείνοι που έχουν γευθεί το δώρο του πνεύματος έχουν ταυτόχρονα συνείδηση δύο πραγμάτων· από τη μία μεριά της χαράς και της παρηγοριάς και απ’ την άλλη μεριά, της ταραχής, του φόβου και του θρήνου. Τέτοια είναι η εσωτερική διαλεκτική της νοεράς προσευχής»[12]. Ο Ιερός Χρυσόστομος παρομοιάζει την αναγκαιότητα της προσευχής για τον πιστό με την σπουδαιότητα της θάλασσας για τα έμβια όντα: « Αλλ’ ανίσως και αποστερήσης τον εαυτόν σου από την προσευχήν, έκαμες ως να ήθελες ευγάλεις (sic) το ψάρι από την θάλασσαν· Διατί καθ’ όν τρόπον ζη το ψάρι με το νερόν, τοιουτοτρόπως ζείς και σύ με την προσευχήν· και καθώς εκείνο πλέει επάνω εις το νερόν εύκολα και υπάγει όπου θέλει, ούτω και συ με την προσευχήν θέλεις περάσει τους Ουρανούς και να σιμώσεις εις τον Θεόν»[13]. Ένας από τους πιό φημισμένους Πατέρες της ερήμου, στην Αίγυπτο του 4ου αιώνα, ο Αγ. Σεραπίων ο Σινδωνίτης, ταξίδευε μια φορά για προσκύνημα στη Ρώμη. Εκεί του είπαν για μια περίφημη έγκλειστη, μια γυναίκα, που ζούσε πάντα σ’ ένα μικρό δωμάτιο, χωρίς ποτέ να βγαίνει έξω. Δυσπιστώντας για τον τρόπο της ζωής της, (γιατί ο ίδιος ήταν ένας μεγάλος περιπλανώμενος), ο Σεραπίων την επισκέφθηκε και τη ρώτησε: «Γιατί κάθεσαι εδώ;» κι εκείνη του απάντησε : « Δεν κάθομαι, ταξιδεύω »[14].

Η μοναχή Αγνή μας είπε: «Το 2007 είχε έρθει στο μοναστήρι ένα αγόρι μόλις δεκαπέντε ετών, το οποίο βρισκόταν ένα βήμα πριν από το τέλος. Ήταν από την Κύπρο και πάλευε από τα πρώτα βήματά του στη ζωή με τον καρκίνο. Ο πατέρας του είχε πεθάνει και η μητέρα του προσπαθούσε να σταθεί δυνατή τόσο για τον ίδιο όσο και για τον μικρότερο αδελφό του, τον Βασίλη. Το παιδί είχε κάνει είκοσι τρεις χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά δεν είχε γίνει τίποτε. Η κατάστασή του χειροτέρευε και έτσι οι γιατροί μεγάλου νοσοκομείου της Αθήνας είπαν στη μητέρα του ότι έπρεπε να χειρουργηθεί για ακόμη μία φορά. Δεν ήξεραν όμως αν μπορούσε να επιβιώσει από την εγχείριση, καθώς ήταν ήδη παράλυτο.
 Η μητέρα του μία ημέρα πριν ταξιδέψει για Αθήνα, είδε στον ύπνο της την Παναγιά να της λέει "μη στενοχωριέσαι. Είμαι η Παναγιά η Μαλεβή. Έλα στο σπίτι μου και ο Ανδρέας θα γίνει καλά". Η γυναίκα μόλις ξύπνησε ρώτησε τη μάνα της ποια είναι η Παναγιά η Μαλεβή, καθώς δεν τη γνώριζε. Οι γυναίκες ρώτησαν και έμαθαν ότι βρίσκεται στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Κυνουρία. Έτσι, με το που έφτασε η μητέρα με το παιδί στο αεροδρόμιο, ναύλωσε ταξί και ήρθε εδώ στη μονή». Σύμφωνα με τη μοναχή αλλά και με κατοίκους του χωριού οι μοναχές και ο ταξιτζής βοήθησαν τη μητέρα να βάλει το παιδί στο αναπηρικό καροτσάκι και έπειτα το μετέφεραν στο εσωτερικό της εκκλησίας για να προσκυνήσει την εικόνα. Και μόλις τη φίλησε, η Παναγιά τον γέμισε με δύναμη. Το παιδί, όπως είπε, ένιωσε κάτι περίεργο να διαπερνά το κορμί του και έπειτα φώναξε «αφήστε με να περπατήσω».
 Η μητέρα του και όλοι όσοι βρίσκονταν δίπλα του πάγωσαν. Όλοι έκλαιγαν και ο Ανδρέας σηκώθηκε, περπάτησε και άρχισε να τρέχει. Η μοναχή Αγνή προσθέτει: «Είμαι σαράντα χρόνια στο μοναστήρι και ομολογώ ότι εκείνη τη στιγμή ένιωσα την παρουσία της Παναγιάς τόσο έντονα... Ανατρίχιασα. Ο Ανδρέας έφυγε όρθιος και μας άφησε το καροτσάκι του εδώ γιατί, όπως μας είπε, δεν το χρειαζόταν άλλο». Γιατροί που εξέτασαν τον μικρό μετά την επίσκεψή του στην Παναγιά τη Μαλεβή δεν μπορούσαν να πιστέψουν πώς αυτό το παιδί περπατούσε και δη πώς ζούσε ακόμη. Οι εξετάσεις του ακόμη και σήμερα δείχνουν τον καρκίνο στο μεγαλύτερο μέρος του σώματός του, αλλά το παιδί είναι καλά. Από τότε ο Ανδρέας και η μητέρα του επισκέπτονται μία φορά τον χρόνο το μοναστήρι και ευχαριστούν την Παναγιά.

Μην πικραίνεστε μ’ Εκείνον, από τον οποίο έχουμε και το είναι και τη ζωή και την αναπνοή και το λογικό, και όλα. Σας παρακαλώ, μην παραπονιέστε για Εκείνον, που έχει χιλιάδες φορές περισσότερο δίκαιο να παραπονεθεί για μας μπροστά στους αγγέλους και τους αγίους Του.
Ακόμα κι αν ο Κύριος δεν εκπληρώνει όλες τις προσευχές μας, εκείνες που φέρνουν στην ψυχή μας καρπό, κάνοντας τις ψυχές μας πλουσιότερες και πιο ώριμες. Αυτό είναι το μυστήριο, που γνώρισαν οι πνευματικοί εξερευνητές του εαυτού τους. Ας πούμε ότι όποιος σπέρνει το σιτάρι και προσεύχεται ο σπόρος να φέρει καρπό. Αντί καρπού φυτρώνει χορτάρι. Αυτός πάλι προσεύχεται για καρπό. Αλλά αντί του καρπού από το χόρτο μεγαλώνει καλάμι και στάχυ. Αυτός πάλι προσεύχεται για καρπό. Και τελικά, τα καλάμια γεμίζουν σιτάρι, και ωριμάζει, και πέφτει στην καρδιά του προσευχόμενου. Όλες οι πραγματικές μας προσευχές εν καιρώ θα φέρουν τον καρπό τους. Όπως λέει ο Ρώσος ποιητής Βγιαζέμσκι: Και την αίθρια ημέρα και κάτω από την καταιγίδα, κατά τη συνάντηση της ευτυχίας ή της ανάγκης να περάσει πάνω σου η σκιά του σύννεφου ή το φως των αστεριών, προσευχήσου! Προσευχήσου! Από την άγια προσευχή Ωριμάζουν μέσα μας οι μυστικοί καρποί. Ο Θεός μας όρισε την προσευχή όχι προκειμένου να μάθει τί χρειαζόμαστε- αφού γνωρίζει και πριν τη σύλληψή μας, τί θα χρειαστούμε σε κάθε λεπτό της ζωής μας- αλλά προκειμένου οι ψυχές μας , υπό τις ακτίνες της προσευχής, να μεγαλώνουν, να ευρύνονται, να υψώνονται και να ωριμάζουν. Εάν , προς στιγμή, δεν απαντά στις προσευχές , σημαίνει ότι δεν επιθυμεί να γίνει σε μας εκείνο που εμείς θέλουμε, αλλά εκείνο που Αυτός θέλει. Σ’ αυτήν την περίπτωση επιθυμεί για μας και μας προετοιμάζει για κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο από εκείνο που εμείς στην προσευχή Του ζητάμε. Γι’ αυτό πρέπει με ταπεινοφροσύνη να ολοκληρώνουμε κάθε προσευχή με τη φράση: « Πατέρα, ας γίνει το θέλημά σου, όχι το δικό μου».

Το γεγονός της αμφιβολίας για την ανυπαρξία ή την ύπαρξη του Θεού, ανεξάρτητα από την μορφή που έπαιρνε και την ποιότητα που είχε όταν εκφραζόταν από άπιστο ή πιστό, κράτησε και κρατά ζωντανή τη συζήτηση για το ερώτημα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του Θεού. Η πιο συνηθισμένη άποψη πάνω στο πολυσύνθετο αυτό πρόβλημα, που ακούγεται συχνά και από τις δύο παρατάξεις είναι η απαίτηση για μια απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Ο «αμφισβητίας» βάζει ως προϋπόθεση για να πιστέψει στο Θεό την απόδειξη της ύπαρξής Του. Από την άλλη μεριά ο πιστός, παλεύοντας με το «πρόσθες ημίν πίστιν», ζητεί με τον τρόπο του μια μεγαλύτερη βεβαίωση για την πίστη του. Ταυτόχρονα, μπλεγμένος στο πρόβλημά του, κατανοεί ως ορθό το αίτημα του «αμφισβητία» και, παρασυρόμενος από το δικό του προβληματισμό, προσπαθεί να φέρει «αποδείξεις» για την ύπαρξη του Θεού.
 Συχνά η προσπάθειά του αυτή, ψυχολογικά βλεπόμενη, δεν γίνεται για τον «αμφισβητία», αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό. Ξεχνούν όμως και οι δύο παρατάξεις την λογική ανακολουθία, στην οποία εμπλέκονται, με το να θέλουν να συνδυάσουν την πίστη με την απόδειξη. Να συνδυάσουν δηλ. δύο καταστάσεις που είναι ασυμβίβαστες και που ωστόσο είναι και οι δύο τους από μόνες τους δόκιμες και απαραίτητες για τη ζωή του ανθρώπου. Το κυριότερο σφάλμα και των δύο είναι η τραγική παραγνώριση του κινδύνου που θα συνεπαγόταν μια ενδεχόμενη απόδειξη του Θεού. Γιατί αν ο Θεός αποδεικνυόταν, η βεβαιότητα της παρουσίας Του θα αποτελούσε μια τόσο καθοριστική δέσμευση του ανθρώπου, που θα είχε ως επακόλουθο, την άρση της ελευθερίας του. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ρυθμίσει τη μοίρα του διαφορετικά από το θέλημα του Θεού και το Νόμο Του, γιατί θα γνώριζε πια ότι θα επακολουθούσε νομοτελειακά η τρομερή ανταπόδοση, θα οδηγούσε σε μια τέτοιας μορφής και έκτασης αναγκαστική «συμμόρφωση» και υποταγή στο Θεό, που θα ξεπερνούσε και την αρχαιοελληνική «ειμαρμένη». Το γεγονός αυτό με τη σειρά του θα αποπροσωποποιούσε τον άνθρωπο, εφ’ όσον προϋπόθεση για τη διαμόρφωση του προσώπου είναι η ελευθερία. Τελικό αποτέλεσμα θα ήταν η υπαγωγή του ανθρώπου σε χειρότερη μοίρα από τα ζώα. 
Και τούτο γιατί η βιολογικής μορφής ελευθερία που υπάρχει στα ζώα είναι σύμμετρη με την ύπαρξή τους, ενώ στην περίπτωση του ανθρώπου θα ήταν κατώτερη από τις δομικές του δυνατότητες που του ενέθεσε ο Θεός κατά τη δημιουργία του. Συμπέρασμα των παραπάνω είναι ότι ο Θεός, αντίθετα προς την απαίτηση του «απίστου» και την επιθυμία του πιστού, δεν θέλει να «αποδεικνύεται». Και η «άρνησή» Του αυτή αποτελεί μια ύψιστης μορφής σωτηριολογική ενέργεια. Όσο κι αν ο ισχυρισμός αυτός, δηλ. το «αρνούμαι» να αποδειχθώ για να σώσω», φαίνεται από πρώτη ματιά αντιφατικός είναι απόλυτα συμβατός με τη «λογική» της αγάπης του Θεού.
 Ο Θεός δεν χρειάζεται οπαδούς, θαυμαστές και χειροκροτητές, πολύ δε λιγότερο δούλους, αλλά συνομιλητές και φίλους. Κι αυτούς όχι του τύπου του αυλικού παρατρεχάμενου, που είναι γεμάτος από υποκρισία, υπεροψία και ιδιοτέλεια. Ο «φίλος» του Θεού είναι ο ολοκληρωμένος εκείνος άνθρωπος που, πέρα από κάθε καταναγκασμό και μόνο μέσα στην ελευθερία, δηλ. με πλήρη συνείδηση και αδέσμευτη θέληση, διαπλάθει την ύπαρξή του με τρόπο ώστε να μορφώνει και να τελειοποιεί το δικό του χαρακτηριστικό ανθρώπινο τύπο.

Γιατί ονομάστηκε ο Ιησούς Χριστός «Οδός»; Για να μάθεις ότι δι' Aυτού ανεβαίνουμε προς τον ουράνιο πατέρα μας.
 Γιατί ονομάστηκε «Πέτρα»; Για να μάθεις πόσο χρήσιμη αλλά και πόσο δυνατή και ακλόνητη είναι η πίστη προς Αυτόν.
Γιατί ονομάστηκε «Θεμέλιος»; Για να μάθεις ότι Aυτός βαστάζει και στηρίζει τα πάντα υλικά και πνευματικά. 
Γιατί ονομάστηκε «Ρίζα»; Για να μάθεις ότι ενωμένοι μαζί Tου και παίρνοντας χυμούς πνευματικούς απ' Αυτόν ανθίζουμε και καρποφορούμε πνευματικά. 
Γιατί ονομάστηκε «Ποιμήν»; Διότι Αυτός μας ποιμαίνει και προνοεί για την συντήρησή μας.
 Γιατί ονομάστηκε «Πρόβατον»; Διότι θυσιάστηκε για μας και συγχωρέθηκαν δι' Αυτού οι αμαρτίες μας.
 Γιατί ονομάστηκε «Ζωή»; Διότι ενώ ήμασταν νεκροί πνευματικώς ένεκα των αμαρτιών μας ανέστησε μαζί Του.
 Γιατί ονομάστηκε «Φως»; Γιατί μας απήλλαξε από το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και της πλάνης. Γιατί ονομάστηκε «Ιμάτιον»; Διότι εγώ ο άνθρωπος ενδύθηκα πνευματικά Αυτόν, όταν βαφτίστηκα στο όνομά του. 
Γιατί ονομάστηκε «Τράπεζα»; Διότι τρώγω το Σώμα Του και πίνω το Αίμα Του όταν συμμετέχω στα άχραντα μυστήρια. 
Γιατί ονομάστηκε «Οίκος»; Διότι δια μέσου των ιερών μυστηρίων κατοικώ εις Αυτόν.
 Γιατί ονομάστηκε «Ένοικος»; Διότι με την Θεία Κοινωνία γίνομαι ναός και κατοικία Του. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Δεν πρέπει να απογοητευθούμε για την σωτηρία μας,αδερφοί,εφόσον έχουμε μητέρα την μετάνοια.Δεν πρέπει να απελπισθούμε για την σωτηρία μας,αγαπητοί, εφόσον μας παρακαλεί μια τέτοια μητέρα.Αυτή τα θηριάλωτα για τον Θεό τα οδήγησε στον παράδεισο και θα αρνηθεί εμάς;
Σπλαχνίσθηκε εκείνους που ήταν έξω από την Εκκλησία και δε θα λυπηθεί εμάς; Παροτρύνει εκείνους που ακόμη δεν πίστευσαν ,και θα απορρίψει αυτούς που πίστευσαν πια; Κανείς δεν χάνει αυτό που έχει , ενώ δεν θέλει να λάβει αυτό που δεν έχει.Τότε πως ο Θεός και ο Πατέρας θα εγκαταλείψει εύκολα αυτούς που απέκτησε με με το αίμα του Υιού του; Κανείς δεν σκορπίζει εύκολα αυτό που μαζεύει με κόπο.Τότε πως ο Θεός θα απορρίψει εύκολα αυτούς από τα έθνη, που δέχθηκε με τον κόπο των Αποστόλων;Μήπως δηλαδή αποφάσισε ανώφελα τον ερχομό του Υιού του, ή περιφρόνησε την έκχυση του αίματος του,ή θέλει να διαγράψει την οικονομία του θανάτου του , ή θεώρησε ασήμαντη την δόξα της ανάστασης του, για να απαρνηθεί εύκολα εμάς που σωθήκαμε με αυτά τα μυστήρια; Αυτός ο ίδιος έστειλε το Άγιο Πνεύμα και αγίασε την Εκκλησία. Απέστειλε τους Αποστολους στα έθνη να κηρύξουντο Ευαγγέλιο.Αν δεν θέλει να σωθούμε εμείς, άσκοπα πρόσφερε τις τόσο μεγάλες δωρεές;Διότι ή δεν ήξερε την κατάσταση μας , ή περιγέλασε τα έθνη.Όμως και το ένα και το άλλο είναι άδικο,ακόμη και να το σκεφθεί κανείς. Διότι ούτε αγνόησε την κατάσταση μας , ούτε έκανε κάτι άχρηστο.Μας έχει μάλιστα ποίμνη του, και είναι ποιμένας μας και ΤΩΡΑ και στον ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ! ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Ασταμάτητα δάκρυα από την εικόνα του Ταξιάρχη στην Ρόδο.Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό αλλά γιατί οι άγιοι μας μέσα από τις εικόνες τους μας εφιστούν την προσοχή μας;Διότι βλέπουν το στραβό δρόμο που έχουμε πάρει και μας προτρέπουν σε μετάνοια και επαγρύπνηση.Έχουνε την σκέπη και τη σκέψη πάνω μας και δεν θέλουν να χαθούμε..Για θαύμα κάνουν λόγο οι κάτοικοι της Ρόδου, που το πρωί του Σαββάτου, είδαν την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο κοιμητήριο της Ιαλυσού, να δακρύζει!
Ο Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος, μετέβη ο ίδιος στον χώρο όπου βρίσκεται η εικόνα ύστερα από τις αναφορές των πιστών, για να διαπιστώσει ο ίδιος εάν πρόκειται για θαύμα ή για κάποιο άλλο γεγονός. 
 Ο Μητροπολίτης αφού είδε πως πράγματι υπάρχουν σταγόνες στο πρόσωπο του Αρχαγγέλου, ζήτησε να μετακινηθεί η εικόνα από το σημείο όπου ήταν κρεμασμένη. Στη συνέχεια εξετάστηκε τόσο η πίσω πλευρά της εικόνας όπως και ο τοίχος στον οποίο ακουμπούσε για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει υγρασία η οποία πέρασε στην εικόνα. Αφού διαπιστώθηκε πως τίποτα από αυτά δεν ισχύει, ο Μητροπολίτης Ρόδου πιστοποίησε ότι πρόκειται για θαύμα και ζήτησε να μεταφερθεί η εικόνα στον Ι. Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου για να τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. «Θα τη μεταφέρουμε στον μεγάλο Ναό και θα δούμε πως θα εξελιχθεί το φαινόμενο» είπε στους πιστούς που συγκεντρώθηκαν στο μικρό παρεκκλήσι ο κ. Κύριλλος 
 Πρώτες είδαν την δακρυσμένη εικόνα γυναίκες οι οποίες πήγαν το πρωί του Σαββάτου για να ανοίξουν τον Ναό και οι οποίες ενημέρωσαν τον εφημέριο του Ναού. Όπως δήλωσε ο εφημέριος, η εικόνα έχει κατασκευαστεί το 1896 και έχει υποστεί πρόσφατα συντήρηση από την αρχαιολογική υπηρεσία. Στο παραπάνω βίντεο, μπορείτε να δείτε τη στιγμή που ο Μητροπολίτης ερευνά την εικόνα αλλά και τις δηλώσεις των κατοίκων. Αναστάτωση επικρατεί στη Ρόδο, καθώς από νωρίς το πρωί όταν άνοιξαν τις πόρτες της εκκλησίας, συνειδητοποίησαν ότι οι δυο εικόνες του Ταξιάρχη στον Ιερό Ναό Ταξιαρχών στο Παλιό Νεκροταφείο Ιαλυσού δάκρυζαν.
 Έκτοτε πλήθος πιστών συρρέει στην εκκλησία για να προσκυνήσει την Εικόνα. Τώρα συνεχίζει να δακρύζει η μεγάλη εικόνα του Ταξιάρχη. Περίπου στις δυο το μεσημέρι, στο σημείο μετέβη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλος, ο οποίος προσκύνησε την εικόνα, την εξέτασε και έδωσε εντολή να μεταφερθεί στην Εκκλησία της Ιαλυσού, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου θα ακολουθήσει παράκληση. 
 Ήταν αρκετά προσεκτικός και δεν θέλησε να κάνει δηλώσεις μέχρι να εξακριβωθεί περί τίνος πρόκειται, αν και φαίνεται να πιστεύει ότι πρόκειται για κάτι θαυμαστό, εφόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις κάποιου άλλου γεγονότος που να προκαλεί τα δάκρυα. Οι πιστοί, όπως και ο εφημέριος του Ναού π. Απόστολος, σκουπίζουν τα δάκρυα του Ταξιάρχη και η εικόνα συνεχίζει ασταμάτητα να δακρύζει. H εικόνα άλλαξε περιβάλλον για να εξετάσουν αν θα συνεχίσει να δακρύζει ενώ διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει υγρασία πίσω από την εικόνα.
 Κόσμος προσκυνάει, προσεύχεται κλαίει από δέος και συγκίνηση μπροστά στον Ταξιάρχη και εύχεται να τους προστατέψει, καθώς πιστεύουν ότι όταν οι εικόνες δακρύζουν, δεν είναι καλό σημάδι... 
Και όλα αυτά, λίγες ημέρες πριν από την Χάρη του. Όπως πάντα αναφέρεται, όταν οι εικόνες δακρύζουν, είναι σημάδι των καιρών...

«Εκείνο το οποίο πρέπει να κρατάς σφιχτά στην ψυχή σου για να μη σου φύγει και χαθείς, είναι η ταπεινοφροσύνη, δηλ. η συναίσθηση της αναξιότητας, χωρίς την οποία δεν ενοικεί στην ψυχή η χάρη του Θεού. Όταν φύγει η ταπεινοφροσύνη από την ψυχή, μαζί θα φύγει και η χάρη του Θεού και θα μείνει η ψυχή έρημη, γυμνή και φουσκωμένη με το δυσώδη καπνό της οίησης και της υψηλοφροσύνης».«Όταν ο άνθρωπος που κατέχεται από την αμαρτία και τα πάθη επιθυμήσει να ελευθερωθεί από αυτά και θελήσει να εισέλθει στην ευαγγελική ζωή, θα συναντήσει μεγάλη δυσκολία, ίδια με εκείνη που συναντάει κάποιος που θέλει να περάσει από μία πόρτα στην οποία δε χωράει το σώμα του. Συνηθισμένος αυτός να περπατάει την ευρύχωρη οδό, δηλ. την ακανόνιστη και αχαλίνωτη, δυσκολεύεται πολύ να βάλει τον εαυτό του στην κανονική οδό του Ευαγγελίου, όπως δυσκολεύεται και το βόδι που πρώτη φορά μπαίνει υπό το ζυγό για να οργώσει τη γη. Προηγουμένως τα διανοήματά του δεν είχαν κανένα δεσμό, αεροβατούσαν στα ψέματα, στις πλάνες και στα πονηρά, οι επιθυμίες του δεν είχαν κανένα χαλινό, διευθύνονταν και προσηλώνονταν στη ματαιότητα και τη φθορά. Η εξωτερική του ενέργεια και διαγωγή ήταν ανάλογη με την ακαταστασία και την κακία του έσω ανθρώπου. Γι' αυτό, όταν θελήσει να αλλοιωθεί και κατά τον έσω και κατά τον έξω άνθρωπο και να εισέλθει στην ευθεία οδό, δοκιμάζει μεγάλη δυσκολία. Και η δυσκολία αυτή είναι ανάλογη με την αμαρτία που είχε, αλλά και με το χρόνο όπου δούλευε σ' αυτή» Ο π. Ευσέβιος προέτρεπε τα πνευματικά του τέκνα να μην καταδικάζουν το συνάνθρωπό τους, γιατί δε γνωρίζουν τη μετάνοιά του. Διηγόταν μάλιστα και το ακόλουθο περιστατικό, που συνέβη στο μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου, όπου εμόνασε οχτώ χρόνια: «Ήταν ένας απρόσεκτος μοναχός, γνωστός για την κακή διαγωγή του. Ξαφνικά μία ημέρα χτύπησε την καμπάνα της μονής και μάζεψε όλους τους αδελφούς και τους είπε: «Αδελφοί και πατέρες, εγώ σε λίγο πεθαίνω και θέλω να εξομολογηθώ ενώπιον όλων τα αμαρτήματά μου». Μετά τη συγκινητική αυτή πράξη πέθανε εν μετανοία». «Όταν η ψυχή εννοήσει ότι ο Χριστός είναι το μοναδικό της αγαθό και προσκολληθεί σ' Αυτόν, όπως το παιδί προσκολλάται στη μητέρα που το θηλάζει με αδιατάρακτο δεσμό που στηρίζεται στον πόθο και την αγάπη, τότε αισθάνεται την υπερφυσική χαρά και ευφροσύνη, την οποία από κανένα άλλο πράγμα του κόσμου τούτου δεν είναι δυνατό να δοκιμάσει. Την ευφροσύνη αυτή τη γνωρίζουν μόνο εκείνοι που έχουν τη σχετική πείρα. Η ψυχή που γνωρίζει το Χριστό και έχει κυριευθεί από την αγάπη Του, ενθουσιάζεται και παίρνει δυνάμεις. Όλα τα λοιπά τα θεωρεί σκύβαλα και ανάξια. Καταφρονεί ακόμη και αυτή τη ζωή. Τίποτε άλλο δε θεωρεί ευχάριστο και άξιο ιδιαίτερης προσοχής. Κάθε ενθύμησή της και επιθυμία της, και κάθε πόθος της είναι στραμμένα στο Νυμφίο της, στον οποίο βρίσκει την αληθινή τέρψη και ανάπαυση. Γνωρίζει τότε ο χριστιανός, ότι κατέχοντας το Χριστό, κατέχει το παν, γιατί μόνο στο Χριστό συγκεντρώνονται τα πάντα».

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.