ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Κύριε ο Θεός μου, Σε παρακαλώ να μου δώσεις τη χάρη σου, για να Σε ποθώ με όλη μου την καρδιά, και με τον πόθο αυτό να Σε ζητώ, και ζητώντας να Σε βρω, κι αφού Σε βρω, αξίωσέ με να Σε αγαπήσω’ και αφού Σε αγαπήσω ειλικρινώς, να ελευθερωθώ απ’ όλες τις κακίες που υπάρχουν μέσα στην ψυχή μου. Αφού δε απαλλαγώ από αυτές, βοήθησέ με να μη γυρίσω πάλι στα ίδια αμαρτήματα. Δώσε στην ψυχή μου μετάνοια αληθινή. Κύριε ο Θεός μου, χάρισε και στην καρδιά μου λύπη βαθιά για τις αμαρτίες μου, και στα μάτια μου άφθονα δάκρυα μετανοίας, και στα χέρια μου ελεημοσύνες πλούσιες προς τους φτωχούς. Συ, Κύριε, ο βασιλεύς μου, ευδόκησε να σβήσεις με τη χάρη σου τις ορέξεις και επιθυμίες της σαρκός που ανάβουν εντός μου, και ν’ ανάψεις στην ψυχή μου τη φλόγα της αγάπης προς Εσένα. Συ, Κύριε, ο ελευθερωτής μου, διώξε μακριά μου το πνεύμα της υπερηφανείας, και ως εύσπλαχνος ευδόκησε να μεταδώσεις στην ψυχή μου από τον άφθονο πλούτο της δικής σου καλοσύνης. Συ, ο Θεός, ο Σωτήρ μου, απομάκρυνε από μένα τον θυμό της δίκαιης οργής σου για τις αμαρτίες μου. Δείξε και σε μένα το έλεός σου και την ευσπλαχνία σου, και ευδόκησε να περιφράξεις την ψυχή μου με την αρετή της υπομονής, που μοιάζει με ασπίδα και που προφυλάσσει και ασφαλίζει την ψυχή από τις επιθέσεις του διαβόλου. Συ, Κύριε, ο δημιουργός και πλάστης μου, ξερίζωσε από την ψυχή μου κάθε απρεπή και βλαβερή δυσαρέσκεια και πίκρα προς τους άλλους, και δώσε να βασιλεύει πάντοτε στο νου μου το γλυκύ και ειρηνικό φρόνημα της επιείκειας και συμπάθειας προς τον πλησίον. Αμήν.

Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ' η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση. Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι' ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της. Μέσα στο καθένα από αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών». Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ' η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμό κι αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι' αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα. Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά. Κι' αυτή η πνευματική ευωδία είναι το λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος που μας χαρίζει η θρησκεία του Χριστού, ένα βότανο άγνωστο στους ανθρώπους που δεν πήγανε κοντά σ' αυτόν τον καλόν ποιμένα. Τούτη τη χαροποιά λύπη την έχουνε όλα όσα έκανε η ορθόδοξη τέχνη, και τα ευωδιάζει σαν σμύρνα και σαν αλόη, καν εικόνισμα είναι, καν υμνωδία, καν ψαλμωδία, καν χειρόγραφο, καν άμφια, καν λόγος, καν κίνημα, καν ευλογία, καν χαιρετισμός, καν μοναστήρι, καν κελλί καν σκαλιστό ξύλο, καν κέντημα, καν καντήλι, καν αναλόγι, καν μανουάλι, ότι και νάναι αγιωτικό. Από τα ονόματα και μόνο που έδωσε η ορθοδοξία στην Παναγία, και που μ'; αυτά την καταστόλισε, όχι σαν είδωλο θεατρικό, όπως γίνηκε αλλού που φορτώσανε μια κούκλα με δαχτυλίδια και σκουλαρήκια και με ένα σωρό άλλα ανίερα και ανόητα πράγματα, λοιπόν αυτά μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματική αληθινά είναι η λατρεία της Παναγίας στην ελληνική ορθοδοξία. paramythia vatopedi.jpg Πρώτα-πρώτα το ένα αγιώτατο όνομά της: Παναγία. Ύστερα τα άλλα: Υπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Ζώσα και Άφθονος, Πηγή, Έμψυχος Κιβωτός, Άχραντος, Αμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Αειμακάριστος και Παναμώμητος, Προστασία, Επακούουσα, Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοος, Ηγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ρόδον το Αμάραντον, Χρυσούν Θυμιατήριον, Χρυσή Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Επουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τείχος απροσμάχητον, Ελέους Πηγή, του Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος και Δωδεκάτειχος Πόλις, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη του Κόσμου, Δένδρον αγλαόκαρπον, Ξύλον ευσκιόφυλλον, Ακτίς νοητού ηλίου, Σιών αγία, Θεού κατοικητήριον, Επουράνιος Πύλη, Αδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλών, Θλιβομένων η χαρά, και χίλια δυο άλλα, που βρίσκονται μέσα στα βιβλία της εκκλησίας. Κοντά σ' αυτά είναι και τα ονόματα που γράφουνε απάνω στα άγια εικονίσματά της οι αγιογράφοι: Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, η Ελπίς των απελπισμένων, η Ταχεία Επίσκεψις, η Αμόλυντος, η Ελπίς των Χριστιανών, η Παραμυθία, η Ελεούσα κι άλλα πολλά, που γράφουνται από κάτω από τη συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, που θα πεί Μήτηρ Θεού. Πόση αγάπη, πόσο σέβας και πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουνε μοναχά αυτά τα ονάματα, που δεν ειπωθήκανε σαν τα λόγια οπού βγαίνουνε εύκολα από το στόμα, αλλά που χαραχτήκανε στις ψυχές με πόνο και με ταπείνωση και με πίστη. Αμή οι ύμνοι της πούναι αμέτρητοι σαν τάστρα τ'; ουρανού κ'; εξαίσιοι στο κάλλος, και που τους συνθέσανε οι άγιοι υμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ' αυτό το ευωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται όλα τα αμάραντα άνθη και τα ευωδιασμένα βότανα του λόγου. 5453_1032135582465_1797672678_69647_7966780_n.jpg Αληθινά προφήτεψε η ίδια η Παναγία για τον εαυτό της, τότε που πήγε στο σπίτι του Ζαχαρία και την ασπάσθηκε η Ελισάβετ, πως θα τη μακαρίζουνε όλες οι γενεές: «Εκείνες τις μέρες, σηκώθηκε η Μαριάμ και πήγε στην Ορεινή με σπουδή στην πολιτεία του Ιούδα και μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Και σαν άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας πήδηξε το παιδί μέσα στην κοιλιά της (2). Και γέμισε Πνεύμα Άγιο η Ελισάβετ και φώναξε με φωνή μεγάλη κ'; είπε: Βλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και βλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Κι'; από πού μου ήρθε αυτό το καλό, νάρθει η μητέρα του κυρίου μου προς εμένα; γιατί μόλις ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στ' αυτιά μου, ξεπέταξε το παιδί στην κοιλιά μου, κι' είναι μακάρια εκείνη που πίστεψε σε όσα της είπεν ο Κύριος. Κι' είπε η Μαριάμ: «Δοξολογά η ψυχή μου τον Κύριο κι' αναγάλλιασε το πνεύμα μου για το Θεό τον σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε να κυτάξει την ταπεινή τη δούλα του. Γιατί, να, από τώρα κ' ύστερα θα με μακαρίζουνε όλες οι γενεές, επειδή έκανε σε μένα μεγαλεία ο Δυνατός, κ' είναι αγιασμένο τ' όνομά του, και το έλεός του πηγαίνει από γενεά σε γενεά σε κείνους που έχουνε τον φόβο του». Αμέτρητες είναι οι υμνωδίες της Παναγίας, μα αμέτρητα είναι και τα σεμνόχρωμα εικονίσματά της, που καταστολίζουνε τις εκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στο σανίδι είτε στον τοίχο. Σε κάθε ορθόδοξη εκκλησιά στέκεται το εικόνισμά της στο τέμπλο από τα δεξιά της άγιας Πόρτας. gerontissa pantokratoros.jpg Σε άλλες εικόνες ζωγραφίζεται και μοναχή, μα στα εικονίσματα του τέμπλου κρατά πάντα τον Χριστό στην αγκαλιά της απ' τ' αριστερά, σπάνια απ' τα δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατούσα). Το κεφάλι της είναι σκεπασμένο σεμνά και σοβαρά με το μαφόριο, ένα φόρεμα φαρδύ κι' ιερατικό σκούρο βυσσινί, που πέφτει στον ώμο της απλόχωρο, αφήνοντας να φαίνεται μοναχά το μακρουλό πρόσωπό της και τα χέρια της. Από μέσα από το σκέπασμα φαίνεται μια στενή λουρίδα από το δέσιμο του κεφαλιού της που σφίγγει το μέτωπό της και αφίνει να φανούνε μονάχα οι άκρες των αυτιών της. Το μέτωπό της είναι σαν μελαχροινό φίλντισι, αγνό, απλό και κατακάθαρο. Τα ματόφρυδά της είναι καμαρωτά, ζωηρά και μακρυά, φτάνοντας ίσαμε κοντά στ'; αυτιά της, τα μάτια της αμυγδαλωτά, ισκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μα γλυκύτατα, με τ'; ασπράδι καθαρό μα ισκιωμένο. Το βλέμμα της είναι μελαγχολικό απλό, ίσιο, ήσυχο, συμπαθητικό, αγαπητό, θλιμένο μα και μαζί χαροποιό, αυστηρό μα και μαζί συμπονετικό, αγιώτατο, πνευματικό, αθώο, σκεφτικό, άμωμο, ελπιδοφόρο, υπομονητικό, πράο, σεμνώτατο, μακρυά από κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό του παραδείσου, βασιλικό και ταπεινό, ανθρώπινο και θεϊκό, άκακο, αδελφικό, ευγενικό, ελεγκτικό, άγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό για όσους έχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό,διαπεραστικό, ερευνητικό, απροσποίητο, ηγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, αμετασάλευτο. Η μύτη της είναι μακρυά και στενή, με μέτρο, ιουδαϊκή, άσαρκη, με λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή. Το στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνινμο, κλειστό, καθαρό, ισκιωμένο κατά το μάγουλο, σαν να χαμογελά ελαφρά. Το πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ανεπιτήδευτο, ταπεινό. Το μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, ευωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό με μιαν ελαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ο λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει με το πηγούνι μ' ένα απαλό ίσκιασμα που το λέγανε οι παλαιοί γλυκασμό. Το όλο πρόσωπό της είναι ιερατικό και θρησκευτικό, και μαρτυρά αρχαία φυλή. Τα άχραντα χέρια της είναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Με το αριστερό βαστά τον Χριστό, και το δεξί τόχει ακουμπισμένο σεμνά απάνω στο στήθος της, σε στάση παρακαλεστική, με το μεγάλο δάχτυλο μακρυά από τ' άλλα. Στα πιο αρχαία εικονίσματα αυτό το χέρι είναι πιο όρθιο και πιο ψηλά, κοντά στο λαιμό. Ο πιο αυστηρός τύπος της Παναγίας είναι η λεγόμενη Οδηγήτρια, που έχει όρθια την κεφαλή της, έκφραση απαθέστερη και το όλο σχήμα της είναι πιο ιερατικό. glykofiloysa filotheou.jpg Ενώ η Γλυκοφιλούσα έχει το κεφάλι της γυρτό κατά το παιδί της, που τ' αγκαλιάζει σφιχτότερα, κ' η έκφρασή της είναι πιο αισθηματική. Η Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη απάνω στο θρόνο, αυστηρή κι' αλύγιστη, και βαστά τον Χριστό στα γόνατά της, ακουμπώντας τόνα χέρι της στον ώμο του και με τ' άλλο βαστώντας το πόδι του ή ένα μαντήλι. Στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκκλησιές της Παναγίας γιορτάζουνε κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή στις 15 Αυγούστου. Τα τροπάρια που ψέλνουνε σ' αυτή τη γιορτή είναι από τα πιο εξαίσια. Το δοξαστικό του Εσπερινού είναι το μονάχο τροπάρι που ψέλνεται με τους οχτώ ήχους, κάθε φράση κι' άλλος ήχος· αρχίζει από τον πρώτον ήχο και τελειώνει πάλι στον πρώτον. Μα ολάκερη η Ελλάδα δεν υμνολογά την Παναγία μονάχα με τους ψαλτάδες και με τους παπάδες στις εκκλησιές, αλλά και με το κάθε τι της, με τα χωριά, με τα βουνά, με τα νησιά, πούχουνε τ' αγιασμένο τ' όνομά της. Τα καράβια βολτατζάρουνε στη δροσερή θάλασσα, ανοιχτά από τους κάβους πούναι χτισμένα τα μοναστήρια της, έχοντας στη πρύμνη σκαλισμένο τ' αγαπημένο και προσκυνητό όνομά της. Όποιος ταξιδεύει στα ελληνικά νερά, σ' όποιο μέρος κι' αν βρεθεί τη μέρα της Παναγίας, θαν ακούσει απ' ανοιχτά τις καμπάνες απάνω από το πέλαγο. Άλλες έρχουνται από τ' Αγιον Όρος που το λένε Περιβόλι της Παναγίας, άλλες από την Τήνο πούχει το ξακουστό παλάτι της, άλλες από την Σαλαμίνα που γιορτάζει η Φανερωμένη, άλλες από τη Μυτιλήνη, από την Παναγιά της Αγιάσσος και της Πέτρας, άλλες από το Μοναστήρι της Σίφνου, άλλες από τη Σκιάθο, άλλες από τη Νάξο, από κάθε νησί, από κάθε κάβο, από κάθε στεριά. Φώτη κόντογλου

εικόνα αυτή αγιογραφήθηκε μετά από αποκάλυψη της Υπεραγίας Θεοτόκου το 1995 σε μίαν κοπέλα στα Ιεροσόλυμα που ήταν πρωτύτερα μουσουλμάνα, η οποία καθοδηγημένη κατόπιν υπό της Θεοτόκου βαπτίστηκε Ορθόδοξη Χριστιανή. Το θέλημα της Θεοτόκου είχε ως εξής: “Θέλω να μου φτιάξετε μιαν εικόνα όπου το πρόσωπόν μου θα είναι λυπημένον, τα ενδύματα μου μαύρα και τα τρία πρώτα δάκτυλα του δεξιού χεριού μου ενωμένα, το δε όνομα της εικόνος θα είναι «Η ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ»”.

Ο θεός ακούει όλων τις προσευχές αλλά εμείς πολλές φορές δεν γνωρίζουμε τι ζητάμε,με αποτέλεσμα να μην παίρνουμε κυριολεκτικά αυτό που θέλουμε..Ας λέμε στο τέλος να δώσει όπως ο θεός θέλει και όχι όπως εμείς..Και ο ίδιος ο Χριστός στην προσευχή στο όρος των ελαιών το ίδιο είπε..αφήστε που πολλές φορές ο θεός αυτό που ζητάμε μας το δίνει με διαφορετικό τρόπο και μεις δε το βλέπουμε,,Κι όμως αυτό είναι το πιο συμφέρον για μας..

 Ζήτησα απο το Θεό να μου δώσει δύναμη, κι Αυτός που έδωσε δυσκολίες για να τις ξεπεράσω. Του ζήτησα σοφία, κι Αυτός μου έδωσε προβλήματα να μάθω να λύνω. Του ζήτησα οικονομική άνεση, κι Αυτός μου έδωσε νου και ικανότητα να δουλεύω Του ζήτησα θάρρος, κι Αυτός μου έδωσε κινδύνους να ξεπερνώ. Του ζήτησα αγάπη, κι Αυτός μου έδωσε προβλημτατικά άτομα να βοηθώ. Του ζήτησα χάρες κι Αυτός μου έδωσε ευκαιρίες να εκμεταλλευτώ. Απ'οτι ζήτησα δεν πήρα τίποτα - τίποτα από αυτά που ήθελα Πήρα όμως τα πάντα - αυτά που πραγματικά χρειαζόμουνα.

Θεοτόκε Παρθένε, ευλογημένη Μαρία κεχαριτωμένη,Δέσποινα του ουρανού και της γης, ευλο­γημένος ο καρπός της κοιλίας σου, ότι σωτήρα έτεκες, τον μονογενήν Υιον του Θεού και Σωτήρα των ψυχών ημών. Των Αποστόλων, λαμπρότης, των προφητών σύναξις, των μαρτύρων εκκλησία, των χριστιανών το καταφύγιον, σκέπασόν με, Παρθένε Μαρία, υπό την προστασίαν των Αγγέλων και υπό την σκέπην των πτερύγων σου, και βοήθησόν με τον δούλον σου από πάντα πειρασμόν, οπού μέλλει να μου έλθη και μη με απορρίψης, ω Παρθένε Μαρία, βοήθησόν με, Κυρία του Κόσμου, την ημέραν της κρίσεως, όπως έλθη η ταπεινή μου ψυχή μέσα εις τον Παράδεισον έμπροσθεν εις τον αδέκαστον θρόνον του Υιού σου, όταν έλθη να κρίνη τον κόσμον εν τη δευτέρα ημέρα της φρικτής Αυτού Παρουσίας και να ακούσω το «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου κληρονομήσατε την ητοιμασμένην μου βασιλείαν».
Ναί, Δέσποινα του Κόσμου, δώρησόν μοι τω ταπεινώ δούλω σου το ζητούμενον, ίνα ευχαρίστως δοξάζω το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων

Τα θαύματα του αγίου τελειωμό για τους πιστεύοντες δεν έχουν..έχουν γραφεί τόμοι και θα συνεχίζονται να γράφονται όσο υπάρχει ζωή και βάσανα αρρώστιες και προβλήματα..Αναφέρουμε σήμερα στην αναρτησή μας πιο κάτω μια επώνυμη μαρτυρία βρισκοντάς την στο διαδικτυο..από μας δεν είναι διασταυρωμένη αλλα ποιος ο λόγος από την άλλη πλευρά να είναι ψέμα..υπάρχουν αναφορές σε άλλα πολλά γεγονότα για ψεύδη αλλά ποιος ο λόγος για έναν άγιο..

 Hταν Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2006 ξημερώματα Δευτέρας, όταν εγώ και η Δέσποινα ολοκληρώναμε τις τελευταίες εργασίες για την ανακαίνηση του σπιτιού μου. Τότε ξαφνικά σ΄ όλο το σπίτι υπήρξε έντονα η μυρωδιά από λιβάνι... και αναρωτηθήκαμε ποιος θα μπορούσε να λιβανίζει τέτοια ώρα;!Τί κι αν βγήκαμε στο μπαλκόνι, τι κι αν έίχε περάσει μια ώρα, η μυρωδιά δυνάμωνε.
Έντονο μύρο είχε κατακλείσει όλο το σπίτι! Κοιταχτήκαμε στα μάτια και φύγαμε γρήγορα-γρήγορα φοβισμένοι μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει. Όταν σταματήσαμε τις εργασίες και φύγαμε από το σπίτι η έντονη μυρωδιά σταμάτησε. Μετά από τρεις μέρες ένοιωθα απίστευτη εξάντληση και αδιαθεσία. Για πρώτη μου φορά επισκέφθηκα νοσοκομείο. Hταν 22 Νοεμβρίου 2006.Η πρώτη επίσημη διάγνωση των γιατρών ήταν οτι το συκώτι μου είχε σχεδόν καταστραφεί και μόνο από θαύμα θα μπορούσα να ζήσω. Τότε αποκρίθηκα στη Δέσποινα και της είπα: ΅θέλω να με πας κάπου να προσευχηθώ... υπάρχει κάποιο κοντινό μοναστήρι εδώ στην Αθήνα;¨ κι εκείνη μου απάντησε γνωρίζω για το 
μοναστήρι του Αγίου Κυπριανού στη Φυλή, για κάποιο άλλο μοναστήρι στην Πεντέλη και για τον Άγιο Εφραίμ στη Νέα Μάκρη. Αμέσως της απάντησα θέλω να με πάρεις απο δω και να με πας κατευθείαν εκει, στον Άγιο Εφραίμ! Φύγαμε λαθραία από το νοσοκομείο με την πεταλούδα των ορών στα χέρια μη γνωρίζοντας που ακριβώς πηγαίναμε. 
Σταματήσαμε στη Λεωρόρο Μαραθώνος σ' ένα βενζινάδικο να ρωτήσουμε μια κύρια που βρίσκεται το μοναστήρι. Εκείνη όμως αντι να μας οδηγήσει σε αυτό, άρχισε να μας λέει πόσο θαυματουργός είναι ο Άγιος Εφραίμ, πόσο γοργουπήκοος ΑΓΙΟΣ ΕΙΝΑΙ και ότι εμφανίζεται με το μύρο του. Τότε κατάλαβα πως δε χρειαζόταν να μου πει που πρέπει να πάω, αλλά ν΄ ακολουθήσω απλά το κάλεσμά του.Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα έξω από τη Μονή. Η Δέσποινα με ρώτησε... ήξερες πού ήταν; Δεν της απάντησα και προχωρήσαμε προς τα μέσα. Σε 10 λεπτά η Μονή θα έκλεινε. Όταν βρέθηκα μπροστά στο σκήνωμα του Αγίου Εφραίμ τα γόνατα μου λύγησαν, ξέσπασα σε απίστευτους λυγμούς κάνοντας όσους πιστούς βρίσκονταν εκεί να με αφήσουν μόνο μου με τον Άγιο. Το παράπονο για τις ασωτίες και τις αμαρτίες της ζωής μου ήταν τεράστιο. Είχα συγκλονιστεί ολόκληρος, ήταν η στιγμή που αλλάξαν όλα μέσα μου. 
Πίστεψα ότι θα γίνω καλά! Μετά απ¨ αυτό γύρισα στο νοσοκομείο συγκλονισμένος έχοντας πλέον απίστευτη θέληση για ζωή και πίστη. Είχαν όλα πλέον αλλάξει μέσα μου.Από την επόμενη μέρα η εξετάσεις έδειχναν για πρώτη φορά βελτίωση. Μέρα με τη μέρα το συκώτι μου αναπλάθονταν μη μπορώντας οι γιατροί να εξηγήσουν την ανέλπιστη επαναφορά.Μέσα σε δύο εβδομάδες το 80 % κατεστραμμένου ύπατος είχε αναπλαθεί τελείως και ήμουν έτοιμος να γυρίσω στη δουλεία μου. Είχα τάξει στον Άγιο Εφραίμ ότι πριν πάω στο σπίτι μου, θα πήγαινα στο μοναστήρι να τον ευχαριστήσω... όμως δεν πήγα όπως του έιχα υποσχεθεί και γύρισα σπίτ μου. Μετά από τρεις μέρες μπήκα ξανά εκτάκτως στο νοσοκομείο. Η διάγνωση των γιατρών... απλαστική αναιμία. Ο μυελός των οστών δεν παρήγαγε αίμα και θα χρειαζόταν άμεσα μεταμόσχευση. Μπαίνοντας στην απομόνωση που θα με... φιλοξενούσε για τον επόμενο μήνα γέμησα το χώρο με τις εικόνες του αγαπημένου μου Αγίου. Έσκησα το στρώμα του κρεβατιού μου κι εβαλά μέσα την εικόνα του Αγίου Εφραίμ. Σε καμία απο τις θεραπείες ο αργανισμός δεν ανταποκρίθηκε. Ήταν πλέον πολλοί οι μήνες που είχα να βγω απ΄ το δωμάτιο, την απομόνωση παρα τη θέλησή μου. Ο οργανισμός μέρα με τη μέρα εξασθενούσε, το πνεύμα μου όμως και η πίστη μου μεγάλωνε Ήταν μεσημέρι όταν ακούσαμε φωνές από το διπλανό δωμάτιο. 
Οι γονείς κάποιου παιδιού φωνάζανε τρωμαγμένοι και οι γιατροί ακουγονταν να τρέχουν πανικόβλητοι... μας φεύγει-μας φέυγει ο μικρός... φωνάζανε. Χάος επικρατούσε έξω απ΄ το δωμάτιό μου. Εγώ κι ο πατέρας μου είπαμε οτι το παιδί στο διπλανό δωμάτιο έφευγε... γύρισα και τον κοίταξα βουρκωμένος, με μάτια κατακόκκινα... Τότε εκείνος αμέσος κατάλαβε και βγήκε έξω. Έβγαλα την εικόνα από το στρώμα μου και προσευχήθηκα... επειδή ξέρω πως Υπάρχεις και πως είσε Εδώ, δείξε Το μου και τώρα! Κάνε καλά το παιδί επι τόπου! Η προσευχή μου και η στιγμή ήταν πολλή βαθιά. Ξέσπασα σε κλάματα. Αμέσως πήρα το μήνυμα... Μου είπε το παιδί είναι ήδη καλά και να ΄ρθει να μ΄ ευχαριστήσει. Άρχισα να χτυπάω την πόρτα για να μ΄ ακούσουν και να τους μεταφέρω το μήνυμα. Αλλά κανείς δε μ΄ ακουγε. Μετά από 2 λεπτά μπήκε πάλι μέσα ο πατέρας μου και του λέω με αγωνία πες στον πατέρα του παιδιού ότι ο γιός του θα ζήσει και θα γίνει πολύ γρήγορα καλά κι ο πατέρας μου μού απάντησε απορρημένος είναι ήδη καλά το παιδί... γιέ μου. Κάτι ανέλπιστο έγινε εκεί έξω... και το παιδί συνήλθε.Οι μήνες περνούσαν και η κατάστασή μου χειροτέρευε. Η πίστη μου όμως δε λύγιζε, δυνάμωνε ακόμα περισσότερο. Πλέον δε μ΄ ένοιαζε αν θα ζήσω ή θα πεθάνω παρά αν πεθάνω να με πάρει μαζί του, κοντά του, δίπλα του ή αν ζήσω να τον εξυμνώ όπου βρεθώ κι όπου σταθώ. Είχε περάσει κοντά ένας χρόνος όταν μας ανακοινώσαν ότι βρέθηκε συμβατός δώτης απο Αμερική. Ήταν Πέμπτη πρωι. 
Την Παρασκευή το πρωι θα έφευγε από το 401 για τον Ευαγγελισμό όπου τη Δευτέρα θα γινόταν η μεταμόσχευση. Πέμπτη στις 12 έπεσα σε κώμα Είχε γεμίσει υγρό το κεφάλι, οι πνεύμονες και η καρδιά. Μαζί με το κρεβάτι μου με κατέβασαν στην εντατική. Θα πρέπει να έμεινα αρκετές μέρες. Κάποια στιγμή επανήλθα μη μπορώντας ν΄ ανοίξω τα μάτια, θυμάμαι άκουγα τις πιο γλυκές μελωδίες που έχω ακούσει ποτέ στη ζωή μου... γεμάτο γαλήνη και ηρεμία. Δεν ήξερα που βρισκόμουν, αλλά κατάλαβα ότι βρίσκομαι στην εντατική. Πάνω απ΄ το κεφάλι μου ήταν ο γιατρός μου, ο οποίος έλεγε στον πατέρα μου και την κοπέλα μου, ότι ο Βασίλης ήταν πάρα πολύ γερός οργανισμός, αλλά με υγρό στο κεφάλι, στους πνέυμονες και την καρδιά, με μηδέν αιμοπετάλια και λευκά αιμοφαίρια κανείς δεν έχει στην κατάσταση αυτή από την εντατική. Ο πατέρας μου αρνήθηκε, λέγοντάς του... δεν το ξέρετε καλά τον Βασίλη, έχει υπηρετήσει στις Ειδικές Δυνάμεις, δεν τα παρατάει. Ο γιατρός τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και του ΄πε μακάρι να ΄ταν έτσι, αλλά θα είναι θαύμα αν βγάλει και το αποψινό βράδυ. Βγήκαν έξω. Έμεινε η κοπέλα μου να μου χαϊδεύει το χέρι, κλέγοντας. Ένοιωθα, αλλά δεν μπορούσα ν΄ αντιδράσω. Βγήκε κι αυτή έξω.
 Ο χώρος κατακλείστηκε από απίστευτο φως, οι μελωδίες δυνάμωσαν. Δεν έβλεπα όνειρο, ήμουν ξύπνιος και έιχα τις αισθήσεις μου. Πανύψηλος, Θεόρατος, Κατάμαυρος με μακριά γένια, τεράστιο καπέλο που άγγιζε σχεδόν το ταβάνι του θαλάμου μπήκε μέσα ο Άγιος Εφράιμ. Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου, με πλησίασε και το χέρι του έπιασε ολόκληρο το κεφάλι μου.. τα δάχτυλά του ήταν τεράστια. Μου είπε, ΤΩΡΑ ΘΑ Σ΄ ΑΝΑΛΑΒΩ ΕΓΩ!, κι έφυγε όπως μπήκε αργά-αργά. Την επόμενη μέρα άνοιξα ξανά τα μάτια μου στην απομόνωση. Είχα βγει απ΄ την εντατική. Ήταν όλοι οι συγγενείς μου γύρω μου μαζεμένοι. Μόλις με είδαν να ξυπνάω, άρχισαν ν΄ αγκαλιάζονται και φωνάζανε... Φωναξτε το γιατρό, φωνάξτε το γιατρό! Μπήκε μέσα και μου είπε, εγώ δεν πιστεύω σε θαύματα, ούτε σε Θεό, αλλά εσύ κάποιον Άγιο είχες χθες μαζί σου.
 Εκείνο το βράδυ εξαφανίστηκαν το υγρό και στους πνεύμονες και στο κεφάλι και στην καρδιά και ο μυελός πλέον παρήγαγε κανονικά όλες τις σειρές του αίματος, σα να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα. Μία εβδομάδα μετά βγήκα απ΄ το νοσοκομείο και αυτή τη φορά πριν πάω σπίτι μου πήγα στο μοναστήρι του Αγίου μου. Στεκόμενος μπροστά στη λάρνακα, τρεις φορές χτύπησε δίπλα μου ένας εκκοφαντικός ήχος λες και ήταν από σκήπτρο ή από μπαστούνι. Είχα ανατριχιάσει ολόκληρος και κλαίγοντας τον ευγνομονούσα. Σήμερα συνεχίζοντας να ζω τη ζωή μου σαν ένας κανονικός, υγιής άνθρωπος πηγαίνω στο μοναστήρι ανελλειπώς καθε βδομάδα να βλέπω τον Πατέρα μου, να Τον τιμώ, να Τον δοξάζω και 
Τον ευχαριστώ και να Τον ευγνομονώ όπου βρεθώ κι όπου σταθώ! Είναι άπειρες η φορές που μου δείχνεις την παρουσία Σου, όπως και απόψε που μετά απο μήνες αποφάσισα να Σου γράψω, αδικιολογήτως που σε κάθε μου αναφορά στ΄ όνομά Σου τα γράμματα αρνούντουσαν να γίνουν μικρά. Σ΄ ευχαριστώ πολύ... χάριζέ μου την υγεία μου, έχε με γερό και δυνατό και αν Εσύ το θες χάρισέ μου ένα παιδί να του χαρίσω τ΄ όνομά Σου!!!ΣΕ λατρευω.... ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

Μια μέρα, καθώς προσευχόταν (ο Άγιος Συμεών) με καθαρότητα και συνομιλούσε με τον Θεό, είδε πως ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελί του, νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο. Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει. Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα- ω των φρικτών οπτασιών του ανδρός!-, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα. Τον συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με τον νου του το φως εκείνο που του εμφανιζόταν. Αυτό μεγάλωνε λίγο –λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από τα γήινα. Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του. Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστό ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του. Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του. Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχωρούσε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως. Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και την μορφής του σώματος και σταμάτησε κα κλαίει. Τότε ακούει μια φωνή από το φως να του λέει: «Κατά τον ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατά την ώρα της έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι θ’ αρπαγούν, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος». Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτήν την κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό και κατανοώντας τη δόξα που τον περιέβαλλε και την αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στου Αγίους, άρχισε να σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του: «Άραγε θα ξαναγυρίσω πάλι στην προηγούμενη κατάσταση του σώματος μου ή θα ζήσω έτσι συνέχεια;» Μόλις έκανε τη σκέψη αυτή, αμέσως αισθάνθηκε να περιφέρει το σώμα του σαν σκιά ή σαν πνεύμα. Καταλάβαινε ότι είχε γίνει, όπως είπαμε, ολόκληρος με το σώμα του φως χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα και άυλο. Και το μεν σώμα του το αισθανόταν ότι υπάρχει, πλην όμως χωρίς υλικές διαστάσεις και σαν πνευματικό. Αισθανόταν δηλαδή να μην έχει καθόλου βάρος ή όγκο κι απορούσε βλέποντας τον εαυτό του που είχε σώμα να είναι σαν ασώματος. Και το φως που λαλούσε μέσα του, όπως και προηγουμένως, του έλεγε και πάλι: «Τέτοιοι θα είναι μετά την ανάσταση στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι άγιοι περιβλημένοι ασωμάτως με σώματα πνευματικά ή ελαφρότερα και λεπτότερα και πιο αιθέρια ή παχύτερα και βαρύτερα και πιο γεώδη, από τα οποία θα καθορισθεί για τον καθένα η στάση και η τάξη και η οικείωση με το Θεό». Αυτά όταν άκουσε ο θεοπτικότατος και θεόληπτος Συμεών κι αφού είδε το ανέκφραστο θεϊκό φως κι ευχαρίστησε τον Θεό, που δόξασε το γένος μας και το έκανε μέτοχο της θεότητας και της βασιλείας Του, ξαναγύρισε πάλι στον εαυτό του και βρέθηκε ξανά μες στο κελί του στην προηγούμενη ανθρώπινη φυσική κατάσταση. Όμως με όρκους διαβεβαίωνε εκείνους με τους οποίους είχε θάρρος και φανέρωνε τα μυστικά του, ότι «για πολλές ημέρες αισθανόμουν αυτή την ελαφρότητα του σώματος χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου ούτε κόπο, ούτε πείνα, ούτε δίψα». Επειδή, λοιπόν, με αυτά ενωνόταν μόνο με το Πνεύμα κι ήταν γεμάτος από τα θεϊκά χαρίσματά Του- και φυσικά είχε καθαρίσει και ο ίδιος πλήρως το νου του-, έβλεπε οπτασίες και φρικτές αποκαλύψεις του Κυρίου όπως παλαιά οι Προφήτες. Έτσι, έχοντας αποστολική διάνοια, επειδή την ύπαρξή του κατηύθυνε και κινούσε το θείο Πνεύμα, είχε και το χάρισμα του λόγου που έβγαινε από τα χείλη του και, ενώ ήταν όπως κι εκείνοι αγράμματος, θεολόγησε και με τα θεόπνευστα συγγράμματα του διδάσκει τους πιστούς την ακρίβεια της ευσεβούς ζωής. Έχοντας ανέλθει σ’ ένα τέτοιο πνευματικό επίπεδο, αρχίζει να συγγράφει ασκητικούς λόγους κατά κεφάλαια για τις διάφορες αρετές και τα πάθη που αντίκεινται σ’ αυτές, από όσα αυτός έμαθε από την προσωπική του ασκητική ζωή και τη θεία γνώση που του δόθηκε, και περιγράφει με ακρίβεια τη μοναχική ζωή για όσους την ασκούν και έτσι γίνεται για τον ισραηλιτικό λαό των μοναχών ποταμός Θεού γεμάτος πνευματικά νερά.

O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ όλα τα χωριά, να δει ποιός θα τόνε γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι. Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, κι είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που ήτανε άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κ εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κι είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον », και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.. Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφτασε σε κάτι χωριά που ήτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα. Απάνω σ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!». Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μία κούνια, που ήτανε δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν μπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κι είδε πως ήτανε γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και το ανεσπάσθηκε κι είπε: «Να χω την ευχή σου, γέροντα», και το ’λεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατά σου η ειρήνη του Θεού να ναι απάνω σας!». Σηκώθηκε κ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κι είχε κι ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πητιές που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κι οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδιά πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά κι η γυναίκα του ’θεσε μαξιλάρια να ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κι έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κι έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα ’βγαλε τ’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κι είχε μία χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος κι είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να ’τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα να ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κι οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου. Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Άη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μία φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία». Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μία φυλλάδα από το ταγάρι του, κι είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του, και η γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και το απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Η φωνή του ήτανε γλυκιά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κι η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε «του Χριστού» κι ύστερα είπε «της Παναγίας», κι ύστερα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου». Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!». Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά! κι ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κι ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντανών», «των φτωχών». Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου; Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κι ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κι είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθεις του οίκου της ψυχής μου». Κι είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε». Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κι είπε πάλι την ευχή, αλλοιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθεις. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται». Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος...

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.