ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ


Άρχισε να διδάσκει ο μακάριος Ζωσιμάς, αφού σφράγισε πρώτα το στόμα του με το σημείο του σταυρού.
Ο άνθρωπος του θεού προχωρώντας και προκόβοντας πνευματικά, όλα τα θεωρεί σαν σκουπίδι, έστω κι αν όλος ο κόσμος είναι δικός του. Διότι, όπως λέω, δεν βλάπτει το να έχεις, αλλά το να είσαι προσκολλημένος σε όσα έχεις.
θυμήθηκε τότε την περίπτωση του αδελφού με τα λαχανικά και αναρωτήθηκε:
Μήπως δεν έσπειρε, δεν κοπίασε, δεν καλλιέργησε; Μήπως τα ξερίζωσε και τα πέταξε; Όχι. Και όμως τα είχε σαν να μην τα είχε· απόδειξη ότι όταν πήγε ο γέροντας εκείνος θέλοντας να τον δοκιμάσει και άρχισε να τα καταστρέφει, δεν τα λογάριασε καθόλου ο αδελφός· αλλά όταν απόμεινε μια μόνο ρίζα του είπε: -Αν θέλεις, πάτερ, άφησε την αυτή για να σου κάνω το τραπέζι.
Τότε κατάλαβε ο άγιος ότι ήταν γνήσιος δούλος του θεού και όχι των λαχανικών και του λέει:
-Το Πνεύμα του θεού, αδελφέ, έχει αναπαυθεί επάνω σου!
Αν όμως είχε προσπάθεια στα λαχανικά θα φανερωνόταν αμέσως, με τη θλίψη και την ταραχή του.
Και έλεγε ότι αν δουν οι δαίμονες ότι κάποιος υβρίσθηκε ή ατιμάσθηκε ή ζημιώθηκε ή έπαθε οτιδήποτε παρόμοιο και θλίβεται όχι γιατί έπαθε άδικα, αλλά γιατί δεν υπέμεινε με γενναιότητα, φοβούνται, γιατί ξέρουν ότι μπήκε στον δρόμο της αλήθειας και θέλει να βαδίσει κατά τις εντολές του θεού.θυμήθηκε τότε τον άγιο Παχώμιο που ήθελε να μεγαλώσει το μοναστήρι και γι' αυτό τον μάλωσε ο μεγαλύτερος αδελφός του λέγοντας:
-Πάψε να είσαι υπερήφανος!
Και ό άγιος Παχώμιος αν και είχε δεχθεί θεία αποκάλυψη γι' αυτό το έργο, είπε μόνο:
-Παρακινήθηκα από την ιδέα ότι θα ήταν καλό.Κυριάρχησε στην καρδιά του και δεν αντιμίλησε καθόλου. Την νύχτα κατέβηκε σ' ένα μικρό υπόγειο και άρχισε να κλαίει και να προσεύχεται λέγοντας:
«Ω θεέ μου, το φρόνημα της σαρκός ακόμη ζει μέσα μου... Αλλοίμονο μου! Μετά από τόση άσκηση και προετοιμασία της καρδιάς, πάλι αρπάζομαι από τον θυμό, έστω και για καλά. Ελέησέ με να μη χαθώ, Κύριε». με αυτά τα λόγια προσευχόταν. Έμεινε όλη τη νύχτα επαναλαμβάνοντας τα με κλάματα, ώσπου ξημέρωσε. Και ήταν τόσος ο ιδρώτας που έχυσε (γιατί ήταν καλοκαίρι και φλεγόταν ο τόπος) ώστε τ' αχνάρια των ποδιών του λάσπωσαν.
Μιαν άλλη φορά είπε:Αν κανείς φέρει στο νου του κάποιον που τον λύπησε ή τον ζημίωσε ή τον ντρόπιασε ή τον διέσυρε χωρίς λόγο ή του έκανε οποιοδήποτε άλλο κακό, και αρχίσει να πλέκει λογισμούς εναντίον του, αυτός επιβουλεύεται την ίδια του την ψυχή, όπως οι δαίμονες, και είναι αρκετός μόνος του για την καταστροφή του. Αλλά τι λέω «να πλέκει»; Αν δεν τον θυμάται σαν γιατρό και ευεργέτη, αδικεί τρομερά τον εαυτό του! Γιατί λες ότι πάσχεις; Αυτός σε καθαρίζει και οφείλεις να τον θεωρείς σαν γιατρό σταλμένο από τον Χριστό. Αυτό καθ' εαυτό άλλωστε το ότι πάσχεις είναι δείγμα αρρωστημένης ψυχής· αν δεν ήσουν άρρωστος δεν θα έπασχες· και χρωστάς χάρη στον αδελφό διότι μέσω αυτού έμαθες την πορεία της αρρώστειάς σου. Οφείλεις επομένως να δέχεσαι όσα σου κάνει σαν θεραπευτικά φάρμακα σταλμένα από τον Ιησού.
Αν όμως, όχι μόνο δεν τον ευχαριστείς αλλά και λυπάσαι και τον κατηγορείς και πλέκεις λογισμούς εναντίον του, είναι σαν να λες στον Ιησού:
-Δεν θέλω να γιατρευτώ από σένα! Δεν θέλω τα φάρμακα σου! θέλω να σαπίσω στα τραύματα μου! θέλω να γίνω υπήκοος των δαιμόνων!
Αυτή όμως η αντίδραση είναι όλεθρος και κόλαση αιώνια για την ψυχή. Ενώ αντίθετα σωτηρία της είναι η τήρηση των εντολών του Χριστού, γιατί αυτές σαν όργανα καυτηριασμού και καθαρτικά την καθαρίζουν από τις κακίες. Όποιος επομένως θέλει και ποθεί να γιατρευτεί, είναι ανάγκη να υπομείνει όσα επιβάλλει ο γιατρός. Άλλωστε ούτε ο άρρωστος ευχαριστείται όταν εγχειρίζεται ή καυτηριάζεται ή πίνει καθάρσιο- πείθει όμως τον εαυτό του ότι χωρίς αυτά είναι αδύνατο ν' απαλλαγεί από την ασθένεια. Παραδίνεται λοιπόν στο γιατρό ξέροντας ότι με λίγη ταλαιπωρία θα γλυτώσει από πολλή αδιαθεσία και πολυχρόνια νόσο. Καυτήρας του Ιησού είναι όποιος μας βλάπτει.
Αφαίρεσε τους πειρασμούς και τον πόλεμο των λογισμών και δεν γίνεται κανείς άγιος. «Όποιος αποφεύγει ωφέλιμο πειρασμό, αποφεύγει την αιώνια ζωή», είπε κάποιος άγιος.
Ποιος προξένησε στους αγίους μάρτυρες εκείνα τα στεφάνια, αν όχι όσοι τους αδίκησαν; Ποιος έγινε αιτία να δωρηθεί στον άγιο Στέφανο τέτοια δόξα, αν όχι όσοι τον λιθοβόλησαν;
Πρέπει να καταλάβουμε ένα πράγμα· Ότι κανένας δεν λέει Τάσο την αλήθεια, όσο αυτοί που μας κατηγορούν. Γνωρίζει ο Κύριος, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς» (Ψαλμ. 7,10), ότι αν όλοι οι άνθρωποι επαινούν και μακαρίζουν όλες τις πράξεις μου, στην πραγματικότητα είναι άξιες ψόγου και «αισχύνης εμπτυσμάτων» (Ησ. 1,6). Ενώ αν πουν, «αυτό κι αυτό το κακό έκανες», εγώ θα πω, «μα μήπως έκανα και κανένα καλό»:Γιατί κανένας δεν ψεύδεται τόσο όσο αυτοί που με επαινούν και με μακαρίζουν και κανείς δεν αληθεύει τόσο, όσο εκείνοι που με ψέγουν και μ' εξευτελίζουν, καθώς προείπα. Και πάλι δεν λένε όλη την αλήθεια. Διότι αν μπορούσαν, (δεν λέω το πέλαγος, αλλά) έστω και κάποιο μέρος των κακών μου να δουν, θ' αποστρέφονταν την ακαθαρσία, τον βόρβορο και την δυσωδία της ψυχής μου.
Αν γίνουν τα σώματα των ανθρώπων γλώσσες, για να μας λοιδορούν, είμαι βέβαιος ότι και πάλι κανένας δεν θα μπορέσει να περιγράψει την ατιμία μας· διότι καθένας που μας κατηγορεί, λέει μόνο ένα μέρος· όλα είναι αδύνατον να τα ξέρει. Αν ο δίκαιος Ιώβ είπε, «είμαι γεμάτος ατιμία» (Ιώβ 10,15), -και το «γεμάτος», δεν επιδέχεται καμία προσθήκη- τι να πούμε εμείς που είμαστε πέλαγος όλων των κακιών; Ο διάβολος μας ταπείνωσε σε κάθε είδος αμαρτήματος. Οφείλουμε ωστόσο να ευγνωμονούμε τον θεό που έτσι ταπεινωθήκαμε. Όσοι ευγνωμονούν γιατί ταπεινώθηκαν συντρίβουν τον διάβολο, αφού, καθώς είπαν οι πατέρες, αν κατέβει η ταπείνωση στον άδη, ανεβάζεται στον ουρανό και αν υψωθεί η υπερηφάνεια στον ουρανό καταποντίζεται στον άδη.
Ποιος μπορεί τάχα να πείσει τον ταπεινό να πλέξει λογισμούς εναντίον κάποιου ή να τον κατηγορήσει ή έστω ν' ανεχθεί μομφή κατά του πλησίον; Ό,τι πάθει ή ακούσει ο ταπεινός παίρνει αφορμή για να κατηγορεί και να υβρίζει τον εαυτό του.
Και έφερε σαν παράδειγμα τον αββά Μωυσή, όταν τον έδιωξαν οι κληρικοί από το ιερό βήμα λέγοντας του:
-Πήγαινε έξω, αράπη!
Κι εκείνος άρχισε να τα βάζει με τον εαυτό του:-Ακάθαρτε μαύρε! Καλά σου έκαναν! Αφού δεν είσαι άνθρωπος τι θες και πας με τους ανθρώπους;
Πράγματι, πρόσθεσε ο αββάς Ζωσιμάς, όποιος ποθεί την αληθινή ευθεία οδό, μαλώνει αυστηρά τον εαυτό του όταν ταράζεται, και τον ελέγχει αδιάκοπα: «Τι μαίνεσαι ψυχή μου; Τι ταράζεσαι και αφρίζεις; Μ' αυτόν τον τρόπο δείχνεις ότι νοσείς- αν δεν νοσούσες δεν θα πονούσες! Γιατί, αντί να μέμφεσαι τον εαυτό σου, τα βάζεις με τον αδελφό, που σου φανέρωσε την αρρώστεια σου; Μάθε αληθινά και στην πράξη τις εντολές του Χριστού, «ο οποίος όταν υβριζόταν δεν ύβριζε, και όταν έπασχε δεν απειλούσε» (Α' Πέτρ. 2,22). Άκουσε Τον να λέει και εμπράκτως να το δείχνει: «Έδωσα τη ράχη μου σε μαστίγωμα, τις σιαγόνες σε ραπίσματα, το πρόσωπό μου δεν το απέστρεψα από την ντροπή των εμπτυσμάτων» (Ησ. 1,6). Και συ, άθλια ψυχή, για μία ύβρη και προσβολή, παραδίνεσαι στα πλέξιμο χιλίων δυο λογισμών κι έτσι επιβουλεύεσαι τον ίδιο τον εαυτό σου, όπως οι δαίμονες. Τον σταυρό του Χριστού τον βλέπουμε· τα πάθη Του που πέρασε για μας τα διαβάζουμε κάθε μέρα· και όμως δεν ανεχόμαστε καμία προσβολή... Πάει, ξεφύγαμε από τον ίσιο δρόμο».

(Αββά Ζωσιμά)


Το ευχαριστώ μέσα από την ψυχή μας είναι μια μεγάλη κουβέντα.Όταν κάποιος μας βοηθήσει σε κάτι ή μας δώσει κάτι που έχουμε ανάγκη αμέσως η καρδιά μας υποχρεώνεται τρόπον τινά να ευχαριστήσει.Αν δε πει τουλάχιστον αυτό το ευχαριστώ δεν θα αισθάνεται καλά.Φανταστείτε λοιπόν τώρα τα ευχαριστώ που θα πρέπει να λέμε στον Δημιουργό μας θεό που μας έχει δώσει απλόχερα τόσα μα τόσα αγαθά.Αλλά αλήθεια το αντιλαμβανόμαστε αυτό, Ας είμαστε ειλικρινείς. Τις περισσότερες φορές όχι.Και αυτό διότι δεν έχουμε μια αληθινή προσέγγιση αυτών των θαυμασίων δωρεών. και βλέπετε άνθρωποι να έχουν στην κατοχή τους υλικά αγαθά μεγέθους προυπολογισμών κρατών κι όμως αυτοί να είναι δυστυχείς.Όσοι μελετούν τους άγιους πατέρες διαπιστώνουν την μεγάλη χαρά που είχαν αυτοί οι άνθρωποι του θεού διότι ενώ δεν είχαν τίποτα στην κατοχή τους ( και αν είχαν το μοίραζαν-δώριζαν) στην ουσία γι αυτούς τα είχαν όλα.Για να γίνουμε πιο σαφείς φέρω ένα παράδειγμα με τον γέροντα Παίσιο.Ο γέροντας μόλις άκουγε το κελάδημα ενός πουλιού το αισθανόταν ως δώρο από τον θεό και σταματούσε να το ακούσει.Στην ψυχή του είχε χαρά.Και βεβαίως αυτή η χαρά θα ήταν μεγαλύτερη και πιο αληθινή από κάποιον που είχε ένα κήπο από εκατοντάδες τέτοια πουλιά αιχμάλωτα για να του ομορφαίνουν.Στην πρώτη περίπτωση έχουμε την αληθινή σχέση ( και μακάριος όποιος την αποκτά ) και στην δεύτερη την αληθοφανή σχέση που μοιραία σε φέρνει σε στενοχώριες και μπελάδες.Κάνω αυτές τις σκέψεις στην εισαγωγή μας διότι δεν εκτιμούμε πραγματικά αυτό που έχουμε.Γιατί αν το εκτιμούσαμε έπρεπε να είμαστε όλο ευχαριστίες.Αλλά ευχαριστούμε όμως:Ένας μονόφθαλμος μόλις είδε έναν τυφλό στο δρόμο τότε σήκωσε το κεφάλι του στον ουρανό να ευχαριστήσει το θεό που έχει έστω αυτό το μάτι και μισοβλέπει...Ας διαβάσουμε ένα κειμενάκι παρακάτω και θα καταλάβουμε.

Είδα στον ύπνο μου πως επισκέφθηκα τον Παράδεισο και ένας άγγελος ανέλαβε να με ξεναγήσει. Περπατούσαμε δίπλα δίπλα σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη με αγγέλους. Ο άγγελος οδηγός μου σταμάτησε μπροστά στον πρώτο σταθμό εργασίας και είπε: «Αυτό είναι το Τμήμα Παραλαβής. Εδώ παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις που φτάνουν
στον Θεό με τη μορφή προσευχής».
Κοίταξα γύρω γύρω στο χώρο. Έσφυζε από κίνηση, με τόσους πολλούς αγγέλους να βγάζουν και να ταξινομούν αιτήσεις γραμμένες σε ογκώδεις στοίβες από χαρτιά και σημειώματα, από
ανθρώπους σε όλον τον κόσμο. Μετά προχωρήσαμε σε ένα μακρύ διάδρομο, μέχρι που φτάσαμε στο δεύτερο σταθμό. Ο άγγελος μου είπε:
«Αυτό είναι το Τμήμα Συσκευασίας και Παράδοσης. Εδώ οι χάρες και οι ευχές που έχουν ζητηθεί προωθούνται και παραδίδονται σε αυτούς που τις ζήτησαν». Πρόσεξα και πάλι πόση κίνηση είχε και εδώ. Αμέτρητοι άγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, αφού τόσες πολλές επιθυμίες είχαν ζητηθεί κατ συσκευάζονταν για να
παραδοθούν στη Γη.Τέλος στην άκρη ενός μακριού διαδρόμου, σταματήσαμε στην πόρτα ενός πολύ μικρού
σταθμού. Προς μεγάλη μου έκπληξη μόνο ένας άγγελος καθόταν εκεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτα.
«Αυτό είναι το Τμήμα των Ευχαριστιών» μου είπε σιγανά ο φίλος άγγελος μου. Έδειχνε λίγο ντροπιασμένος.
«Πως γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει δουλειά εδώ;» ρώτησα.«Είναι λυπηρό» αναστέναξε ο άγγελος. Αφού παραλάβουν τις χάρες τους οι άνθρωποι, πολύ λίγοι στέλνουν ευχαριστήρια».
«Πως μπορεί κάποιος να ενχαριστήσει τον Θεό για τις ευλογίες που παρέλαβε;» ρώτησα πάλι.
«Πολύ απλά» απάντησε.
«Χρειάζεται μόνο να πεις: Ευχαριστώ θεέ μου!»
«Και για τι ακριβώς πρέπει να τον Ευχαριστήσουμε;»
Αν έχεις τρόφιμα στο ψυγείο σου ρούχα στην πλάτη σου, μια στέγη πάνω απ' το κεφάλι σου και ένα μέρος για να κοιμηθείς...είσαι πλουσιότερος από το 75% αυτού του κόσμου.
- Αν έχεις χρήματα στην τράπεζα, στο πορτοφόλι σου και λίγα κέρματα σ' ένα πιατάκι...είσαι ανάμεσα στο 8% των ανθρώπων που ευημερούν.
-Αν ξυπνήσεις σήμερα το πρωί με περισσότερη υγεία από ό,τι αρρώστια... είσαι πιο ευλογημένος από όσους δεν θα επιζήσουν καν ως αυτή τη μέρα.
- Αν ποτέ δεν βιώσεις την εμπειρία του φόβου του πολέμου, της μοναξιάς της φυλακής, της αγωνίας τον βασανισμού και της σουβλιάς της πείνας... είσαι μπροστά από 700 εκατομμύρια ανθρώπους αυτής της γης.
-Αν μπορείς να προσευχηθείς σε ένα ναό, χωρίς το φόβο της επίθεσης, της σύλληψης ή της εκτέλεσης... θα σε ζήλευαν σίγουρα περίπου 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο.
-Αν οι γονείς σου είναι ακόμα ζωντανοί και είναι ακόμα παντρεμένοι... είσαι σπάνιος.
-Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι σου ψηλά και να χαμογελάς... δεν είσαι ο κανόνας, είσαι η εξαίρεση για όλους όσοι ζουν μέσα στην αμφιβολία και την απόγνωση.
-Και αν διαβάζεις τώρα αυτό το μήνυμα, μόλις έλαβες μια διπλή ευλογία, γιατί σου το έδωσε κάποιος που σε αγαπάει και γιατί είσαι πιο τυχερός από 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους, που δεν ξέρουν καν να διαβάζουν.
«Κατάλαβα. Και τώρα τι κάνω; Πως μπορώ να αρχίσω;»
«Να πεις καλημέρα» μου χαμογέλασε ο άγγελος μου «να μετρήσεις τις ευλογίες σου και να περάσεις αυτό το μήνυμα και σε άλλους ανθρώπους, για να τους θυμίσεις πόσο ευλογημένοι είναι. Και μην ξεχάσεις να στείλεις το ευχαριστήριο σου.


Η παρακάτω ιστορία είναι πράγματι διδακτική και καθρεπτίζει ανάγλυφα την μακαριότητα, την ταπεινοφροσύνη, και την καλοσύνη της οικογένειας του Γιάννη του Βλογημένου.Ας μη γελιόμαστε,εκεί, σε τέτοιους χώρους σπιτιού και ψυχής που προσφέρει απλόχερα την φιλοξενία του ο ταπεινός δούλος Γιάννης αναπαύεται ο θεός.ο άγιος Βασίλειος είχε περάσει σπίτια και σπίτια ,αλλά σ’αυτό το καλύβι πράγματι βρήκε την ΄΄πολυτελή΄΄ άνεση να φιλοξενηθεί.Εκεί αναπαύτηκε και ευχαριστήθηκε….

Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ' όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ' όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.

Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, και είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήταν σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που ήταν άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά και εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε και είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένο», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.
Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήταν μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους, και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακελίστικα και χαρούμενα.
Απάνω σ' αυτά, άνοιξε η πόρτα και βρήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλικάρι, με μαύρα στριφτά γενιά, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιος χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».
Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που ήταν δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήταν τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη.
Αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, και είδε πως ήταν γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ΄ ανεσπάσθηκε και είπε: «Να' χω την ευχή σου γέροντα», και το έλεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να' τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να' σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατα σου η ειρήνη του Θεού να' ναι απάνω σας!»
Σηκώθηκε και η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και εκείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε.
Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, και είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό.
Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι.
Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να' τανε μαλαμοκαπνισμένα, και οι πήτιες που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, και οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ' άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ' άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που' χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος.
Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε και έκατσε κοντά στη φωτιά και η γυναίκα του' θεσε μαξιλάρια ν' ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό και το' βαλε κοντά του, και έβγαλε και το παλιόρασο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγιό του, και έβαλε μέσα στην κονιφίδα τα νιογέννητα τ' αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγιός τα' βγαλε τ' αλλά στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κ' είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος και είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να' τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε.
Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθισε μέσα, σα να' τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλια του.
Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες και οι επίσημοι άνθρωποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.
Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ' Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάλθηκε κατά την ανατολών και έκανε το σταυρό του, υστέρα έσκυψε και πηρέ μια φυλλάδα από το ταγάρι του, και είπε:
«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάλθηκε από πίσω του, κ' η γυναικά βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάλθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χεριά. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και τ' απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει: «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».
Η φωνή του ήτανε γλυκεία και ταπεινή, κι ο Γιάννης και η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα.
Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ» χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει: «Σου την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε».
Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία και έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε και αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.
Κι ο άγιος Βασίλης πηρέ το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, και είπε:
- «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Και έκοψε το πρώτο κομμάτι και είπε: «Του Χριστού».
Και ύστερα είπε: «Της Παναγίας».
Και ύστερα είπε: «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».
Του λέγει ο Γιάννης:
- «Γέροντα, ξέχασες τον αη-Βασίλη!».
Του λέγει ο άγιος:
«Ναι καλά!» και ύστερα λέγει:
- «Του δούλου του Θεού Βασιλείου».
Και ύστερα λέγει πάλι:
- «Του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του παιδιού, του παραγιού, των ζωντανών, των φτωχών»
Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος:
- «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;»
Του λέγει ο άγιος:
- «Έκοψα, Βλογημένε!».
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο μακάριος.
Και ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος και είπε την ευχή του:
- «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου».
Και είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος:
- «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; Οι αρχόντοι και οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να' χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».
Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε και είπε πάλι την ευχή, αλλιώτικα:
- «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθης. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπιοίς αποκαλύπτεται».
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

(Φώτης Κόντογλου)





Κάποτε τον ρώτησαν τον αββά:
-Πως μπορεί κανείς όταν τον κακολογούν και τον εξευτελίζουν να μη θυμώνει; Και αποκρίθηκε:
-Όποιος θεωρεί τον εαυτό του τιποτένιο, δεν ταράζεται, καθώς είπε και ο αββάς Ποιμήν: «Εάν εξευτελίσεις τον εαυτό σου, θα βρεις ανάπαυση».Ένας από τους αδελφούς που έμειναν μαζί μου και πήραν από μένα το μοναχικό σχήμα, μου λέει μια μέρα:
-Αββά μου, σε αγαπάω πολύ.
-Δεν βρήκα ακόμη κάποιον που να μ' αγαπάει όπως τον αγαπώ εγώ, του απάντησα.
Να, τώρα λες εσύ «σ' αγαπώ»· το πιστεύω· αν όμως γίνει κάτι πού δεν σ' αρέσει δεν θα μείνεις ο ίδιος. Ενώ εγώ ό,τι κι αν πάθω από σένα δεν μπορώ ν' απομακρυνθώ από την αγάπη σου.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και δεν ξέρω τι του συνέβη· Άρχισε να λέει πολλά εναντίον μου, ακόμη και αισχρά λόγια. Τα μάθαινα όλα κι έλεγα στον εαυτό μου:
«Είναι καυτήρας του Ιησού, που στάλθηκε για να γιατρέψει την κενόδοξη ψυχή μου. Από κάτι τέτοιους μπορεί κανείς να βγει κερδισμένος αν βρίσκεται σε πνευματική εγρήγορση, όπως από εκείνους πού τον επαινούν ζημιώνεται. Αυτός είναι αληθινός ευεργέτης μου»!
Έλεγα μάλιστα στους αγγελιοφόρους:
-Μόνο τα φανερά μου κακά ξέρει, κι αυτά όχι όλα, αλλά ένα μικρό μέρος. Τα κρυφά όμως είναι αναρίθμητα.
Μετά από καιρό με συναντάει στην Καισαρεία. Έρχεται κατά τη συνήθεια του, με αγκαλιάζει και με καταφιλάει κι εγώ εκείνον σαν να μη συνέβη τίποτε. (Διότι κι ενώ έλεγε όλα αυτά, όταν με συναντούσε με αγκάλιαζε μ' εγκαρδιότητα κι εγώ δεν του έδειχνα καμμιάν επιφυλακτικότητα ούτε το παραμικρό σημάδι πικρίας, αν και τα μάθαινα όλα).
Αυτή τη φορά λοιπόν πέφτει στα πόδια μου και μου λέει:
-Συγχώρεσέ με, αββά μου, για τ' όνομα του Κυρίου,διότι πολλά και φοβερά είπα εις βάρος σου.
Κι εγώ καταφιλώντας τον του απάντησα χαριεντιζόμενος:
-Θυμάται η θεοφιλία σου, πάτερ, τον λόγο που μου είπες κάποτε; Ας πληροφορηθεί λοιπόν η καρδιά σου ότι τίποτε δεν αγνοώ από όσα έχεις πει, αλλά όλα τα έμαθα και που και σε ποιους τα είπες. Δεν είπα όμως ποτέ ότι δεν είναι έτσι, ούτε με έπεισε κανείς να πω κάτι εις βάρος σου. Δεν παρέλειπα ποτέ να σε μνημονεύω στις προσευχές μου και θα σου φέρω ένα τεκμήριο αγάπης: Κάποτε πόνεσε πολύ το μάτι μου· τότε σ' έφερα στο νου μου και σταυρώνοντας το είπα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, με τις ευχές του αδελφού, θεράπευσέ με». Και αμέσως γιατρεύτηκα!
θυμήθηκε τότε ο μακάριος κάποιον αββά πραότατο, που για τη μεγάλη του αρετή και τα θαυμαστά σημεία που επιτελούσε, όλη η χώρα τον τιμούσε σαν άγγελο θεού:
Μια μέρα πήγε κάποιος παρακινημένος από τον πονηρό και τον έβρισε βαρειά μπροστά σε όλους. Ό γέροντας στεκόταν προσέχοντας τον μέσα στο στόμα και λέγοντας:
-Χάρη θεού στο στόμα σου αδελφέ.
-Ναι, φαύλε, γεροφαγά!...συνέχιζε μανιασμένος εκείνος. Αυτά τα λες για να φανείς στους άλλους πράος.
-Πράγματι, αδελφέ μου, παραδέχτηκε ο γέροντας, αυτό που λες είναι αληθινά. Μετά το επεισόδειο τον ρώτησε κάποιος:
-Δεν ταράχτηκες καθόλου καλόγερε;
-Όχι! αποκρίθηκε. Αλλά ένιωθα σαν να σκέπαζε την ψυχή μου ο θεός. Όταν ήμουν σ' ένα μοναστήρι της Τύρου πριν βγω στην έρημο μας επισκέφθηκε ένας ενάρετος γέροντας την ώρα που διαβάζαμε τα «Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων».Διαβάζοντας φθάσαμε στον ασκητή εκείνο προς τον οποίο πήγαν οι λησταί και του είπαν:
-θέλουμε όλα όσα έχεις στο κελί σου. Κι εκείνος απάντησε:
-Όσα σας φαίνονται καλά, παιδιά μου, πάρτε τα.
Τα πήραν λοιπόν όλα και έφυγαν. Άφησαν μόνο ένα σκαλιστήρι. Το παίρνει αμέσως ο γέροντας και τρέχει πίσω τους φωνάζοντας:
-Παιδιά, πάρτε αυτό πού ξεχάσατε.
Οι λησταί τότε, θαυμάζοντας την ανεξικακία του, τα επέστρεψαν όλα στο κελί του και μετανοημένοι είπαν μεταξύ τους:
-Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός είναι του θεού... Μόλις λοιπόν το διαβάσαμε αυτό, μου λέει ο επισκέπτης μας γέροντας:
-Ξέρεις, Άβα μου, αυτά το περιστατικό πολύ με ωφέλησε.
-Πώς, πάτερ; τον ρώτησα εγώ. Και μου διηγήθηκε:
-Κάποτε που έμενα στα μέρη του Ιορδάνη, τα διάβασα, θαύμασα τον γέροντα κι έλεγα:
«Κύριε, Συ που με αξίωσες να έλθω στα σχήμα των αγίων αυτών γερόντων, αξίωσέ με ν' ακολουθήσω και τα ίχνη τους».Καθώς λοιπόν είχα τούτο τον πόθο, μετά δυο μέρες φθάνουν λύστε. Μόλις χτύπησαν την πόρτα και κατάλαβα ότι ήταν λύστε, είπα: «Δόξα τω θεώ, τώρα είναι καιρός να δείξω τον καρπό του πόθου μου». Άνοιξα και τους δέχθηκα με ιλαρότητα. Άναψα ένα λυχνάρι και άρχισα να τους δείχνω τα πράγματα λέγοντας:
-Μην ανησυχείτε. Πιστεύω ότι με τη χάρη του Κυρίου δεν θα σας κρύψω τίποτε.
-Έχεις χρυσάφι; με ρωτούν.
-Ναι, έχω τρία νομίσματα.
Και άνοιξα μπροστά τους ένα κουτί. Τα πήραν κι έφυγαν με ειρήνη.
Τότε εγώ συνεχίζει ο Αββάς Ζωσιμάς αστειευόμενος του είπα:
-Γύρισαν, όπως και στον γέροντα; Μου απαντάει αμέσως:
-Ο θεός να μην το δώσει, γιατί εγώ δεν ήθελα να επιστρέψουν. Ο μακάριος Σέργιος μου διηγήθηκε τα εξής: Βαδίζαμε κάποτε μ' έναν άγιο γέροντα και χάσαμε τον δρόμο. Χωρίς να ξέρουμε που πάμε, βρεθήκαμε σ' ένα σπαρμένο χωράφι και πατήσαμε κατά λάθος λίγα σπαρτά. Μόλις μας αντιλήφθηκε ο γεωργός, οργίσθηκε πολύ κι άρχισε να μας βρίζει:
-Μοναχοί είστε σεις; Αν φοβόσαστε τον θεό, δεν θα το κάνατε αυτά! Τότε μας λέει ο άγιος:
-Για το όνομα του Κυρίου, μη μιλήσει κανείς. Και είπε στον γεωργό με πραότητα:
-Καλά λες παιδί μου! Αν είχαμε φόβο θεού, δεν θα το κάναμε.
Εκείνος όμως συνέχισε να βρίζει αγριεμένος.
Ο γέροντας πάλι παραδέχθηκε: -Έχεις δίκιο· αν είμαστε πραγματικοί μοναχοί, δεν θα σου κάναμε τέτοια ζημιά! Αλλά, για τον Κύριο, συγχώρεσέ μας, σε παρακαλούμε, που αμαρτήσαμε.
Έκπληκτος τότε πια εκείνος ρίχνεται στα πόδια του γέροντα λέγοντας:
-Συγχώρεσέ με συ, αββά, για τον Κύριο, και πάρε με μαζί σου. Και ο μακάριος Σέργιος με βεβαίωσε:
-Πραγματικά μας ακολούθησε κι έλαβε το μοναχικό σχήμα.
Και τόνιζε ο αββάς Ζωσιμάς:
Να τι κατόρθωσε μετά τον θεό η πραότητα και η ειλικρινής ομολογία του αγίου: Να σώσει ψυχή πλασμένη «κατ' εικόνα» θεού, που την προτιμάει ο Κύριος περισσότερο από μύριους κόσμους με όλα τα αγαθά τους!...*
Μου διηγήθηκε ένας αγαπητός αδελφός τα ακόλουθα:
Είχαμε πολλή αγάπη με κάποιο διάκο της λαύρας του αββά Γερασίμου στον Ιορδάνη. Κάποτε όμως, χωρίς να ξέρω για ποιο λόγο, άρχισε να μου φέρεται ψυχρά. Τον ρώτησα να μάθω την αιτία και μου είπε· «αυτό κι αυτό έκανες». Εγώ τον βεβαίωνα ότι δεν συνέβη τίποτε τέτοιο, μα εκείνος μου απάντησε:
-Συγχώρεσέ με, αλλά δεν πείθομαι ότι είναι έτσι που τα λες.
Γυρίζοντας στα κελί μου άρχισα να ερευνώ τη συνείδηση μου, αν είχα κάνει κάτι τέτοιο, αλλά δεν εύρισκα.
Η ψυχρότητα όμως με τον διάκο συνεχιζόταν. Τότε θυμήθηκα τα λόγια των αγίων Πατέρων και στρέφοντας
λίγο τον λογισμό μου λέω στον εαυτό μου:
«Ο διάκονος με αγαπάει γνήσια και γι' αυτά πήρε το θάρρος να μου φανερώσει ό,τι είχε η καρδιά του για μένα, ώστε να μην τα ξανακάνω. Αλλά εσύ άθλια ψυχή λες· «δεν το έκανα αυτό». Μύρια κακά έχεις διαπράξει και τα έχεις λησμονήσει. Που είναι όσα έκανες χθες ή πριν δέκα μέρες; Τα θυμάσαι; Κι αυτό λοιπόν το έκανες, όπως κι εκείνα, και το ξέχασες, όπως κι εκείνα».
Με τέτοιο λογισμό σηκώθηκα και πήγα να του βάλω μετάνοια. Χτύπησα την πόρτα. Μόλις όμως άνοιξε, μου έβαλε πρώτος εκείνος μετάνοια λέγοντας:
-Συγχώρεσέ με, αδελφέ, γιατί με εξαπάτησαν οι δαίμονες και σε υποψιάσθηκα άδικα για κείνη την περίπτωση. Με πληροφόρησε όμως ο θεός ότι πραγματικά εσύ ήσουν αθώος.
Και δεν με άφησε να του πω τίποτε, επιμένοντας ότι δεν υπάρχει πια λόγος.
θαύμαζε την ευσπλαγχνία των αγίων ακόμη και σ' όσους τους αδικούσαν και διηγήθηκε το ακόλουθο διδακτικό γεγονός, όπως του το περιέγραψε κάποιος ηγούμενος:
Κοντά στα κοινόβιο μας ασκήτευε ένας γέροντας με αγαθότατη ψυχή. Μια φορά που απουσίασε, κάποιος γείτονας του μοναχός πήγε στο κελί του και του πήρε όλα τα σκεύη και τα βιβλία. Όταν γύρισε ο γέροντας και δεν βρήκε τα πράγματα του, πήγε ανυποψίαστος να το πει στον αδελφό. Βρίσκει λοιπόν εκεί όλα τα σκεύη του μέσ' στη μέση, γιατί ο άλλος δεν είχε προλάβει να τα κρύψει.
Ο γέροντας μη θέλοντας να τον ντροπιάσει ούτε να τον ελέγξει, προσποιήθηκε αμέσως ότι τον πόνεσε η κοιλιά και βγήκε γρήγορα στο αναγκαίο, ώσπου να κρύψει ο αδελφός τα σκεύη. Όταν επέστρεψε ο γέροντας, άρχισε να συζητάει για άλλα θέματα και για την κλοπή δεν του ανέφερε τίποτε.
Μετά από λίγες μέρες όμως άλλοι αναγνώρισαν τα κλεμμένα σκεύη κι έβαλαν τον κλέφτη φυλακή, χωρίς να τα μάθει ο ίδιος ο γέροντας. Όταν αργότερα πληροφορήθηκε ότι ο αδελφός είναι στη φυλακή, λυπήθηκε πολύ δεν ήξερε όμως για ποιαν αιτία φυλακίσθηκε. Ήρθε λοιπόν σε μένα συνεχίζει ο ηγούμενος και μου λέει:
-Κάνε αγάπη, αββά, δος μου λίγα αυγά και λίγο άσπρο ψωμί.
-Ασφαλώς θα έχεις κάποιο φιλοξενούμενο σήμερα, του είπα.
-Ναι, μου απάντησε.
Στην πραγματικότητα τα ήθελε για να τα πάει στη φυλακή και να παρηγορήσει λίγο τον αδελφό. Μόλις τον είδε εκείνος, πέφτει στα πόδια του λέγοντας:
-Για σένα είμαι εδώ, αββά, γιατί εγώ έκλεψα τα πράγματα σου. Αλλά να, τα βιβλίο σου είναι στον τάδε, το ιμάτιό σου στον δείνα...
-Ας πληροφορηθεί η καρδιά σου, τέκνο, του είπε ο γέροντας, ότι δεν ήρθα εδώ γι' αυτό, ούτε έμαθα ολότελα ότι είσαι στη φυλακή εξ αίτιας μου, αλλά όταν άκουσα πως είσαι εδώ, λυπήθηκα και ήρθα να σε παρηγορήσω
-Να, δες και τ' αυγά και το ψωμί τώρα όμως που το μαθαίνω, θα κάνω τα παν, ώσπου να σε βγάλω απ' τη φυλακή. Πράγματι πήγε και παρακάλεσε μερικούς μεγάλους που τους ήταν γνωστός για την αρετή του κι αυτοί
έστειλαν και τον ελευθέρωσαν.Είχαν να λένε πάλι για τον ίδιο γέροντα ότι πήγε κάποτε στην αγορά και αγόρασε ένα ιμάτιο. Έδωσε ένα χρυσό νόμισμα κι έπρεπε να συμπληρώσει ακόμη μερικά κέρματα. Κάθησε πάνω στο ιμάτιο και άρχισε να μετράει στον πάγκο.Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκε ότι κάποιος προσπαθούσε να του κλέψει το ιμάτιο. Μόλις το κατάλαβε ο γέροντας όντας στο έπακρο σπλαγχνικός λίγο λίγο ανασηκωνόταν, τάχα για να φτάνει τα κέρματα στον πάγκο, ώσπου ο άλλος πήρε το ιμάτιο κι έφυγε.
Και έλεγε ο μακάριος Ζωσιμάς:
Πόση αξία είχαν τα σκεύη ή το ιμάτιο που έχασε; Αλλά η προαίρεση του ήταν μεγάλη. Απόδειξη ότι κι όταν του τα πήραν, έμεινε ο ίδιος: ούτε λυπημένος, ούτε ταραγμένος.
Ας αγωνισθούμε λοιπόν κι εμείς αδελφοί, να μιμηθούμε τους αγίους Πατέρες, ώστε να φέρουμε καρπούς πνευματικούς κι έτσι να κερδίσουμε τα αιώνια αγαθά, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν.

(αββά Ζωσιμά )


Τα χαρίσματα του αγίου πνεύματος που είναι και αστείρευτα πλαισιώνουν περίσσεια γέροντες και ασκητές της ερήμου.Ωφελείται πολύ κάποιος πνευματικά διαβάζοντας συμβουλές και πρακτικές περισσότερο από την τόσο μα τόσο απλή ζωή τους.Κάνουν πράγματα στη ζωή τους που για μας, μας φαίνονται βουνό.Αλήθεια βέβαια είναι ότι στον κόσμο που ζούμε θέλει άσκηση για να αποκτήσουμε τέτοιες αρετές.Αλήθεια βέβαια ακόμα είναι ότι σε μερικές απ'αυτές τις αρετές για να τις αποκτήσεις δεν χρειάζεται άσκηση αλλά θέληση.Αλλά υπάρχει θέληση γι αυτήν την θέληση είναι το ερώτημα..Σε κάθε περίπτωση πάντως κερδισμένος θα βγει οποιοσδήποτε που θα πέσει πάνω σε συμβουλές γερόντων και ασκητών διότι από αυτούς ωφέλιμα πράγματα θα οικοδομήσει,και γιατί όχι στην πορεία της ζωής του να τα τηρήσει..Στην σημερινή εγγραφή ας διαβάσουμε κάτι από την ζωή δυο μεγάλων ασκητών.

Κοντά σ' έναν αγιώτατο ασκητή κατοικούσε κάποιος μοναχός κακότροπος. Μια φορά λοιπόν που απουσίαζε ο ασκητής, μπήκε ο γείτονας στο κελί του και του πήρε όλα τα πράγματα. Όταν γύρισε ο γέροντας και δεν τα βρήκε, πήγε ανυποψίαστος να το πει στον αδελφό. Βρίσκει λοιπόν εκεί, μέσ' στη μέση, όλα τα κλεμμένα, γιατί εκείνος δεν είχε προλάβει να τα κρύψει! Ο γέροντας, μη θέλοντας να τον ντροπιάσει ούτε να τον ελέγξει, προσποιήθηκε αμέσως ότι τον πόνεσε η κοιλιά και βγήκε γρήγορα έξω, ώσπου να τα κρύψει ο αδελφός. Όταν επέστρεψε, άρχισε να συζητά για άλλα θέματα. Για την κλοπή δεν του ανέφερε τίποτε.
Όμως σε λίγες μέρες άλλοι αναγνώρισαν τα κλεμμένα κι έκλεισαν τον κλέφτη στη φυλακή, χωρίς να το μάθει ο γέροντας. Αργότερα πληροφορήθηκε ότι ο αδελφός είναι στη φυλακή και λυπήθηκε πολύ. Δεν ήξερε όμως για ποια αιτία φυλακίστηκε. Πήγε λοιπόν στον ηγούμενο του γειτονικού κοινοβίου και τον παρακάλεσε:
-Κάνε αγάπη, αββά, και δος μου λίγα αυγά και λίγο άσπρο ψωμί.
-Ασφαλώς θα έχεις κάποιο φιλοξενούμενο σήμερα, του είπε εκείνος.
-Ναι, απάντησε ο γέροντας, θέλοντας να κρύψει τον σκοπό του.Στην πραγματικότητα τα ήθελε για να τα πάει στη φυλακή και να παρηγορήσει λίγο τον αδελφό. Μόλις τον είδε εκείνος, πέφτει στα πόδια του λέγοντας:
-Για σένα είμαι εδώ, αββά, γιατί εγώ έκλεψα τα πράγματά σου. Αλλά να το βιβλίο σου είναι στον τάδε, το ράσο σου είναι στον δείνα...
-Μάθε παιδί μου, του είπε ο γέροντας, ότι δεν ήρθα γι' αυτό. Ούτε καν ήξερα ότι είσαι στη φυλακή εξ αιτίας μου, αλλά όταν άκουσα πως είσαι εδώ, λυπήθηκα και ήρθα να σε παρηγορήσω. Να, κοίταξε, σου έφερα αυγά και ψωμί. Τώρα όμως που έμαθα την αιτία, θα κάνω το παν για να σε βγάλω από τη φυλακή.Πράγματι, πήγε και παρακάλεσε μερικούς άρχοντες, που τον γνώριζαν και τον εκτιμούσαν για την αρετή του, κι εκείνοι τον ελευθέρωσαν.
( Αββάς Ζωσιμάς)
Η μακροθυμία του οσίου
Την περίοδο που ο όσιος Δωρόθεος διακονούσε στο νοσοκομείο της μονής του αββά Σερίδου στη Γάζα, κάποιος αδελφός τον έβρισε χωρίς καμία αφορμή. Ο όσιος δεν παραπονέθηκε καθόλου. Δεν του είπε ούτε μία λέξη!
Ο ηγούμενος Σέριδος πληροφορήθηκε για τη συμπεριφορά του αδελφού και θέλησε να τον τιμωρήσει.
Τότε ο ανεξίκακος όσιος Δωρόθεος έπεσε στα πόδια του λέγοντας:
- Μη, γέροντά μου... Μη, για την αγάπη του Χριστού... Εγώ έσφαλα. Δεν φταίει ο αδελφός! Άλλοτε, μερικοί αδελφοί έρχονταν κάθε μέρα και τίναζαν τις γεμάτες κοριούς ψάθες τους μπροστά στο κελί του οσίου Δωροθέου. Από την ανυπόφορη ζέστη οι κοριοί ήταν αναρίθμητοι και δεν προλάβαινε να τους σκοτώνει. Πήγαινε το βράδυ κατάκοπος από το διακόνημα του νοσοκόμου, να κοιμηθεί, και μαζεύονταν όλοι πάνω του. Από την πολλή κόπωση τον έπαιρνε ο ύπνος και ξυπνούσε με το σώμα καταφαγωμένο.Ποτέ όμως δεν είπε σε κανένα από τους αδελφούς: «Μην κάνεις έτσι», ή «Σταμάτα να μ' ενοχλείς», ή «Γιατί το κάνεις αυτό; ».
Ποτέ δεν παραπονέθηκε σε κανένα! Ούτε είπε κάτι που θα υποτιμούσε ή θα πλήγωνε κάποιον!
(Αββάς Δωρόθεος)


Στον Ιερό ναό του Τιμίου Σταυρού της Λαύρας του αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι, στην Πετρούπολη της Ρωσίας, συνέβη κάποτε το ακόλουθο συγκλονιστικό περιστατικό:
Στη διάρκεια μιας θείας λειτουργίας, ο λειτουργός αρχιερέας Στέφανος, αφού διάβασε την ευχή«Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ...» σήκωσε το κάλυμμα του αγίου ποτηριού κι έμεινε σαν αποσβολωμένος.
Είδε μέσα σάρκα και αίμα ανθρώπινα!
Γύρισε τότε στο διάκονο, τον κατοπινό στάρετς Σαμψών(1979), και του είπε: "Βλέπεις, πάτερ"; τι να έκαναν;...
Ο επίσκοπος αφού τοποθέτησε το άγιο ποτήριο στην αγία τράπεζα, γονάτισε και ικέτεψε τον Κύριο' να κάνει έλεος.
Πώς θα μετέδιδε σάρκα ανθρώπινη στους πιστούς; Ποιος θα την έπαιρνε;
Αφού προσευχήθηκε για ένα τέταρτο με υψωμένα τα χέρια, ξανακοίταξε στο άγιο ποτήριο.
Η σάρκα και το αίμα είχαν γίνει ψωμί και κρασί. Έτσι βγήκε και κοινώνησε τούς πιστούς.
Όσοι κληρικοί πληροφορήθηκαν το θαύμα, είπαν ότι το επέτρεψε ο Θεός για να ενισχυθεί η πίστη τους.
Ο διάκονος Σαμψών μάλιστα, πού κρατούσε το άγιο ποτήριο, ομολόγησε ότι από το γεγονός αυτό πήρε ξεχωριστή δύναμη και παρηγοριά.
Πίστεψε απόλυτα και αναμφίβολα πως η θεία Ευχαριστία είναι αυτό το τίμιο Σώμα και Αίμα του Σωτήρος.
Πείστηκε ο ίδιος, αλλά το διέδωσε και σε άλλους, για να πάρουν όλοι, όσοι θα το μάθαιναν, δύναμη και χαρά. το σημείο αυτό ήταν ακόμα, όπως είπε, μία αφορμή για ν' αποκτήσουν περισσότερη ταπείνωση οι κληρικοί και νά συνειδητοποιήσουν την αναξιότητά τους.


Κάποιος κάποτε ρώτησε τον απλοικό πατέρα Ευμένιο.Εφημέριο στο Αεπροκομείο Αθηνών αν έχει δει τον Θεό; Και ο π. Ευμένιος απάντησε πολύ σοφά: «Τον Θεό; Δηλαδή πρέπει να δούμε τον Θεό; Αφού αισθανόμαστε ότι είμαστε του Θεού, τι μεγαλύτερο πράγμα θέλουμε. Αυτό δεν είναι απαραίτητο. Απαραίτητο είναι να αγαπούμε τον Θεό. 'Οταν δεν αγαπούμε τον Θεό. και όλα να τα βλέπουμε. τίποτε δεν έχουμε. Το μεγάλο πρόβλημα είναι να αγαπούμε τον Θεό. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Βλέπουμε ότι επιτρέπει ο θεός να δούμε. Αλλά να αγαπούμε τον Θεό. δεν υπάρχει μεγαλύτερο από αυτό. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες», δεν είπε ο Κύριος στον Απόστολο Θωμά; Πρέπει να δούμε; Αφού είναι η Χάρις μέσα μας, τι άλλο πρέπει να δούμε μεγαλύτερο; Οταν είμαστε στο θείο, είναι ολόκληρη η χάρις του θεού μέσα μας. Και αισθανόμαστε σαν να κατοικεί ολόκληρος η Θεότης μέσα μας. Τι άλλο μεγαλύτερο πρέπει να δούμε, δηλαδή;


1 «Τέκνον, ει προσέρχη δουλεύειν Κυρίω θεώ, ετοίμασον την ψνχήν σου εις πειρασμόν» (Σ. Σειράχ 2, 1). Παιδί μου, εάν προσέρχεσαι να υπηρέτησεις τον Κύριο, ετοίμασε τον εαυτό σου για διάφορες δοκιμασίες.
2 «Εμβλέψατε εις αρχαίας γενεάς και ίδετε τις ενεπίστευσε Κυρίω και κατησχύνθη, ή τις ενέμεινε τω φόβω αυτού και εγκαταλείφθη; ή τις επεκαλέσατο αυτόν, και υπερείδεν αυτόν;» (Σοφ. Σειράχ 2, 10). Παρατηρείστε στις αρχαίες γενεές των ανθρώπων και δέστε ποιος από εκείνους που εμπιστεύθηκαν τον εαυτόν τους στον Κύριο ντροπιάστηκε; ή ποιος έμεινε σταθερός στον σεβασμό προς Αυτόν και εγκαταλείφθηκε από Εκείνον; ή ποιος παρακάλεσε τον Κύριο και ο Κύριος του έδειξε αδιαφορία και εγκατάλειψη;
3 «Πειρατήριόν εστίν ο βίος ανθρώπου επί της γης», λέει η Αγία Γραφή (Ιώβ 7, 1). Η ζωή μας επάνω στην γη είναι στάδιο αγώνων.
4 «Αγαθόν μοι, ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλ. 118, 71). Ήταν ευεργετικό, σωτήριο για μένα το ότι με εταπείνωσες με τις θλίψεις, για να μάθω τις εντολές Σου.
5 «Εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα και εισήκουσέ μου» (Ψαλμ. 113, 1). Όταν βρισκόμουν μέσα στις θλίψεις, εκραύγασα δυνατά και ο Κύριος με άκουσε.
6 «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. 5, 4). Μακάριοι είναι όσοι πενθούν (για τις αμαρτίες τους και για το κακό που επικρατεί στον κόσμο) διότι αυτοί θα παρηγορηθούν από τον θεό.
7 «Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ. 7, 14). Είναι στενή η πύλη και δυσκολοπερπάτητος ο δρόμος που οδηγεί στην αιώνια ζωή.
8 «Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστί» (Ματθ. 11, 30),μας εβεβαίωσε ο κύριος που σημαίνει: ο δικός μου ζυγός είναι καλός, χρήσιμος, και το φορτίο που σας αναθέτω είναι ελαφρό.
9 «Και ιδού εγώ μεθ' ημών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντέλειας του αιώνος. Αμήν» (Ματθ. 28, 20). Και να, εγώ θα είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρις ότου λάβει τέλος ο αιώνας αυτός αμήν. Δηλαδή πάντοτε. Άλλωστε ο Κύριος είναι ο Εμμανουήλ, που σημαίνει ο θεός είναι μαζί μας.
10 «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. 16, 33). Στον κόσμο αυτό θα έχετε θλίψη, αλλά έχετε θάρρος, Εγώ (δηλαδή ο Κύριος και ο θεός) έχω νικήσει τον κόσμο.
11 «Δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του θεού» (Πράξ. 14, 22). Δια μέσου πολλών θλίψεων θα μπούμε στην Βασιλεία των ουρανών.
12 «Καυχώμεθα εν ταις θλίψεσιν, ειδότες δη η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα» (Ρωμ. 5, 3-4). Καυχώμεθα και για τις θλίψεις, επειδή γνωρίζουμε καλά, ότι η θλίψη σιγά - σιγά εργάζεται το αγαθό της υπομονής, η δε υπομονή δοκιμασία, και η δοκιμασμένη αρετή, φέρνει την σταθερή ελπίδα στον θεό.
13 «Λογίζομαι γαρ ότι ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρόν προς την μέλλουσαν δάξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. 8, 18). Διότι φρονώ, ότι τα όσα υποφέρουμε κατά το διάστημα της πρόσκαιρης ζωής δεν είναι άξία να συγκριθούν προς την δόξα, που μέλλει να αποκαλυφθεί και δοθεί σε εμάς.
14 «Οίδαμε δε ότι τοις αγαπώσι τον θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν» (Ρωμ. 8, 28). Γνωρίζουμε ότι σε εκείνους που αγαπούν τον θεό όλα συνεργούν για το καλό τους.
15 «Τη ελπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτερούντες» (Ρωμ. 12, 12). Έχοντες την ελπίδα σας στον θεό, να χαίρετε στην θλίψη να δείχνετε υπομονή, καρτερία να επιμένετε με ζήλο στην προσευχή.
16 «Πιστός ο θεός, ος ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ο δύνασθε, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμοί και την έκβασιν του δύνασθαι υμάς υπενεγκείν» (Α' Κορινθ. 10, 13). Είναι αξιόπιστος ο θεός, ο Οποίος δεν θα σας αφήσει να πειρασθείτε περισσότερο από την δύναμή σας, αλλά μαζί με τον πειρασμό θα δώσει και διέξοδο, ώστε να βγείτε από τον πειρασμό και θα σας δώσει την δύναμη να τον υπομείνετε.
17 «Υμίν εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν» (Φιλ. 1, 29). Σε σας δόθηκε το χάρισμα όχι μόνο να πιστεύετε στον Χριστό, αλλά και να υποφέρετε γι' αυτόν.
18 «Πάντοτε χαίρετε, αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε τούτο γαρ θέλημα θεού εν Χριστώ Ιησού εις υμάς» (Α' θεσσ. 5, 16-18). Πάντοτε και σε όλες τις καταστάσεις της ζωής σας να χαίρετε. Συνέχεια και αδιάλειπτα να προσεύχεσθε στον θεό. Δια κάθε τι, είτε ευχάριστο είτε δυσάρεστο, να ευχαριστείτε τον θεό, διότι αυτό είναι το θέλημα του θεού, όπως το φανέρωσε ο Ιησούς Χριστός σε σας δια μέσου του κηρύγματός μας.
19 «Ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» (Εβρ. 12, 6). Διότι εκείνον που αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί δια μέσου των θλίψεων μαστιγώνει δε με δοκιμασίες κάθε υιό, που δέχεται κοντά του ως δικόν του.
20 «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, γινώσκοντες ότι το δοκίμων υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν...» (Ιακ. 1, 2-3). Κάθε χαρά να αισθάνεσθε, αδελφοί μου, όταν πέσετε μέσα σε διάφορους πειρασμούς δοκιμασιών και θλίψεων, γνωρίζοντας ότι η δοκιμασία της πίστεως σας, που υπομένετε για τον Χριστό, επεξεργάζεται μέσα σας το αγαθό της υπομονής.



Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Από το Blogger.